εγγονάκι

From LSJ

Καλῶς ἀκούειν μᾶλλον ἢ πλουτεῖν θέλε → Opulentiae antepone rumorem bonum → Erstrebe anstatt Reichtum lieber guten Ruf

Menander, Monostichoi, 285

Greek Monolingual

το
1. μικρό εγγόνι
2. (θωπευτικά) εγγόνι ανεξάρτητα από την ηλικία του.