εξαναγκασμός
From LSJ
ἄμμες δὲ γ' ἐσσόμεσθα πολλῷ κάρρονες → and we shall be better by far | we shall be sometime mightier men by far than both | sometime we shall become much better than you | so we shall be, and braver far
Greek Monolingual
ο εξαναγκάζω
1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα του εξαναγκάζω, αναγκασμός, άσκηση σωματικής ή ψυχολογικής βίας σε κάποιον για να κάνει κάτι.