Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

άσκηση

Ἓν οἶδα, ὅτι οὐδὲν οἶδα –> I know only one thing, that I know nothing | all I know is that I know nothing.
Diogenes Laertius, Lives of the Philosophers, Book 2 sec. 32.

Greek Monolingual

η (AM ἄσκησις [-εως]) ασκώ
1. η εξάσκηση, η εκγύμναση του σώματος ή του πνεύματος με τη συνεχή επανάληψη
2. η συνεχής απασχόληση με κάτιάσκηση του ιατρικού επαγγέλματος», «Κυνικὴ ἄσκησις»)
3. η ασκητική ζωή
νεοελλ.
1. η πρακτική εφαρμογή θεμάτων που έχουν διδαχθεί («μαθηματικές, γραμματικές ασκήσεις»)
2. η χρησιμοποίησηάσκηση ψυχολογικής βίας»)
3. «στρατιωτική άσκηση» — προετοιμασία των στρατιωτών για την εκτέλεση των καθηκόντων τους με «ασκήσεις πυκνής τάξης» (για παρελάσεις και τελετές) και «ασκήσεις μάχης» (εκπαίδευση στρατιωτικών μονάδων στους πιο ελεύθερους και ανεπτυγμένους σχηματισμούς και κινήσεις της μάχης).