Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

εξασφάλιση

Γηράσκω δ᾽ αἰεὶ πολλὰ διδασκόμενος -> I grow old always learning many things
Solon the Athenian

Greek Monolingual

η
1. η πλήρης ασφάλιση, η κατοχύρωση
2. η εγγύηση που προκαταβάλλεται για κατοχύρωση.
[ΕΤΥΜΟΛ. < εξασφαλίζω. Η λ. στον λόγιο τ. εξασφάλισις μαρτυρείται από το 1836 στον Αναστ. Πολυζωΐδη].