Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

εξασφάλιση

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883

Greek Monolingual

η
1. η πλήρης ασφάλιση, η κατοχύρωση
2. η εγγύηση που προκαταβάλλεται για κατοχύρωση.
[ΕΤΥΜΟΛ. < εξασφαλίζω. Η λ. στον λόγιο τ. εξασφάλισις μαρτυρείται από το 1836 στον Αναστ. Πολυζωΐδη].