Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

εγγύηση

Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho

Greek Monolingual

η (AM ἐγγύησις) εγγυώ
χρηματικό ποσό ή άλλη εξασφάλιση που δίνει κάποιος για υποχρέωση που αναλαμβάνει
αρχ.
1. η πράξη του εγγυώμαι
2. μνηστεία.