Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ευοίωνος

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander

Greek Monolingual

-η, -ο οιωνός
1. αυτός που αποτελεί καλό οιωνό, που προμηνύει κάτι καλό («ευοίωνο σημείο» — ό, τι χαρακτηρίζεται ως ευτυχές προμήνυμα)
2. αισιόδοξος («ευοίωνες προβλέψεις»).