ἀπομυξάμενος, ὦ Δῆμέ, μου πρὸς τὴν κεφαλὴν ἀποψῶ → blow your nose, Demos, and wipe your hand on my head
και μέρεμα, τὸ [[[ημερεύω]] (ΙΙ)]η ημέρευση.