Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κατάλληλα

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ → The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander

Greek Monolingual

επίρρ.
βλ. κατάλληλος.

Russian (Dvoretsky)

κατάλληλα: adv.
1 одновременно (κ. Μακεδόνων μὲν ἀπὸ τῆς Ῥωμαίων φιλίας, Λακεδαιμονίων δὲ τῆς τῶν Ἀχαιῶν συμπολιτείας ἀποστάντων Polyb.);
2 последовательно (αἱ κ. γενόμεναι πράξεις Polyb.).