Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κερκυραϊκός

Μολὼν λαβέ -> Come and take them
Plutarch, Apophthegmata Laconica 225C12

Greek Monolingual

-ή, -ό και κερκυραίικος, -η, -ο (Α κερκυραϊκός, -ή, -όν) Κερκυραίος
αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στην Κέρκυρα ή αυτός που προέρχεται από αυτήν (α. «κερκυραίικος χορός» β. «τὰ τε Κερκυραϊκά», Θουκ.).