Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κορόιδο

Φοβοῦ τὸ γῆρας, οὐ γὰρ ἔρχεται μόνον -> Fear old age, for it never comes alone
Menander

Greek Monolingual

το
1. αυτός που γίνεται αντικείμενο χλευασμού, ανόητος, χαζός
2. αυτός που εξαπατάται εύκολα
3. είδος παιχνιδιού με μπάλα
4. φρ. «μ' έπιασε κορόιδο» — με εκμεταλλεύθηκε
5. παροιμ. «ο λύκος άμα γεράσει γίνεται κορόιδο τών σκυλιών» — ο ισχυρός, όταν ξεπέσει, γίνεται αντικείμενο χλευασμού και τών πιο ανάξιων ανθρώπων.
[ΕΤΥΜΟΛ. < κουρό-γιδο «κουρεμένο γίδι»].