Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κορόιδο

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander

Greek Monolingual

το
1. αυτός που γίνεται αντικείμενο χλευασμού, ανόητος, χαζός
2. αυτός που εξαπατάται εύκολα
3. είδος παιχνιδιού με μπάλα
4. φρ. «μ' έπιασε κορόιδο» — με εκμεταλλεύθηκε
5. παροιμ. «ο λύκος άμα γεράσει γίνεται κορόιδο τών σκυλιών» — ο ισχυρός, όταν ξεπέσει, γίνεται αντικείμενο χλευασμού και τών πιο ανάξιων ανθρώπων.
[ΕΤΥΜΟΛ. < κουρό-γιδο «κουρεμένο γίδι»].