Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

λουράκι

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander

Greek Monolingual

το
μικρό και στενό λουρί, μικρός ιμάντας («το λουράκι του ρολογιού μου το άλλαξα με αλυσίδα»).