Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

μεστώνω

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.

Greek Monolingual

(ΑM μεστῶ, -όω) μεστός
γεμίζω κάτι εντελώς («πρὶν ὀργῆς καὶ με μεστῶσαι», Σοφ.)
νεοελλ.
1. (για καρπούς) κάνω κάτι μεστό, εύσαρκο ή χυμώδες, το κάνω να ωριμάσει, το σχηματίζω πλήρως («ο ήλιος μέστωσε τα στάχια»)
2. (για καρπούς) ωριμάζω, γίνομαι, ψήνομαι, δένω («τα αχλάδια μέστωσαν»)
3. (για πρόσωπα) σχηματίζομαι, διαπλάσσομαι πλήρως σωματικά («μεστωμένο παλικάρι»)
4. μτφ. φθάνω σε ωριμότητα, αναπτύσσομαι πνευματικά («ευτυχώς, το μυαλό του μέστωσε επιτέλους»)
μσν.
παθ. μεστοῦμαι, -όομαι
καλύπτομαι
αρχ.
παθ. γεμίζω με κάτι, χορταίνω.