Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

γίνομαι

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a
Full diacritics: γίνομαι Medium diacritics: γίνομαι Low diacritics: γίνομαι Capitals: ΓΙΝΟΜΑΙ
Transliteration A: gínomai Transliteration B: ginomai Transliteration C: ginomai Beta Code: gi/nomai

English (LSJ)

γινώσκω,

   A v. γιγνώσκω.

Greek (Liddell-Scott)

γίνομαι: γινώσκω, ἴδε τὴν λ. γιγνώσκω.

French (Bailly abrégé)

ion. et réc. c. γίγνομαι.

English (Slater)

γῑνομαι (γίνεται: aor. γένετ(ο), ἔγεντ(ο), (ἐ)γένοντ(ο); γένηται, -ωνται; -οι(ο), -οιτ(ο); γενέσθ(αι): pf. γεγενημένον coni., γεγενημένα; γεγᾰμεν, γεγκειν)
   1 be, come to be
   a abs. λάθα δὲ πότμῳ σὺν εὐδαίμονι γένοιτἄν (O. 2.18) ἄλλαι δὲ δὔἐν Κορίνθου πύλαις ἐγένοντ' ἔπειτα χάρμαι (O. 9.86) [σὺν γὰρ ὑμῖν τά τε τερπνὰ καὶ τὰ γλυκέα γίνεται πάντα βροτοῖς (codd.: τὰ γλυκἔ ἄνεται Kayser, edd.) (O. 14.6) ] αἰὼν δἀσφαλὴς οὐκ ἔγεντ' οὔτ Αἰακίδᾳ παρὰ Πηλεῖ (P. 3.87) τιμὰ δὲ γίνεται ὧν θεὸς ἁβρὸν αὔξει λόγον τεθνακότων (N. 7.31) ἦν γε μὰν ἐπικώμιος ὕμνος δὴ πάλαι, καὶ πρὶν γενέσθαι τὰν Ἀδράστου τάν τε Καδμείων ἔριν (N. 8.51) ἐκ πόνων δ, οἳ σὺν νεότατι γένωνται σύν τε δίκᾳ, τελέθει πρὸς γῆρας αἰὼν ἡμέρα (N. 9.44) καὶ δεύτερον ἇμαρ ἐτείων τέρμ' ἀέθλων γίνεται, ἰσχύος ἔργον (I. 4.68) ἄγγελλε δὲ φοινικόπεζα λόγον παρθένος εὐμενὴς Ἑκάτα τὸν ἐθέλοντα γενέσθαι (Pae. 2.79) τά τἐόντα τε κα[ὶ ]πρόσθεν γεγενημένα[ (Pae. 8.84)
   b followed by pred. adj. ἀγαθοὶ δὲ καὶ σοφοὶ κατὰ δαίμον' ἄνδρες έγένοντ (O. 9.29) ἀφθόνητος ἔπεσσιν γένοιο χρόνον ἅπαντα, Ζεῦ (O. 13.26) εἰ δέ τις ἤδη λέγει ἕτερόν τιν' ἀν Ἑλλάδα τῶν πάροιθε γενέσθαι ὑπέρτερον (P. 2.60) χόλος δοὐκ ἀλίθιος γίνεται παίδων Διός (P. 3.12) δυσπαλὲς δὴ γίνεται (P. 4.273) ὄφρα μὴ ταμίᾳ Κυράνας ἀτελὴς γένοιτο μαντεύμασιν (sc. Ἀπόλλων) (P. 5.62) εὐδαίμων δὲ καὶ ὑμνητὸς οὗτος ἀνὴρ γίνεται σοφοῖς (P. 10.22) ἐν δὲ πείρᾳ τέλος διαφαίνεται ὧν τις ἐξοχώτερος γένηται (N. 3.71) ὃς ὑπέρτατος Ἁγησιμάχοἰ ὑέων γένετο (N. 6.22) ἐγὼ δὲ πλέον' ἔλπομαι λόγον Ὀδυσσέος ἢ πάθαν διὰ τὸν ἁδυεπῆ γενέσθ Ὅμηρον (N. 7.21) θαρσαλέα δὲ παρὰ κρατῆρα φωνὰ γίνεται (N. 9.49) κείνου γὰρ ἐπιχθονίων πάντων γένετ' ὀξύτατον ὄμμα (N. 10.62) οὐ γὰρ πάγος οὐδὲ προσάντηςκέλευθος γίνεται (I. 2.33) ἱπποτρόφοι τ' ἐγένοντο (I. 4.14) σώφρονές τ' ἐγένοντο πινυτοί τε θυμόν (I. 8.26)
   c followed by pred. subs. μὴ ματεύσῃ θεὸς γενέσθαι (O. 5.24) “κεῖνος ὄρνις ἐκτελευτάσει μεγαλᾶν πολίων ματρόπολιν Θήραν γενέσθαι” (P. 4.20) εἰ μὴ θεὸς ἁγεμόνεσσι κυβερνατὴρ γένηται (P. 4.274) μὴ μάτευε Ζεὺς γενέσθαι (I. 5.14) πρόφασιν βληχροῦ γενέσθαι νείκεος (Schr.: γίνεσθαι codd.) fr. 245.
   d c. part. γένοἰοἷος ἐσσὶ μαθών be such as you have learned to know yourself (P. 2.72) ἔγεντο καὶ πρότερον Ἀντίλοχος βιατὰς νόημα τοῦτο φέρων (Tricl.: ἐγένετο codd.) (P. 6.28)
   e be born cf. γεννάω, and g. infra. Φοίβου γὰρ αὐτὸν φᾶ γεγάκειν πατρός (O. 6.49) τοὶ δ' οὔτ ὦν ἀκοῦσαι οὔτ ἰδεῖν εὔχοντο πεμπταῖον γεγενημένον (Ahrens: γεγεν(ν)αμένον codd.) (O. 6.53) ὤρυσαι θαρσέων, τόνδ' ἀνέρα δαιμονίᾳ γεγάμεν εὔχειρα (O. 9.110) πατρὸς οὕνεκα δίδυμαι γένοντο θύγατρες Ἀσωπίδων ὁπλόταται (I. 8.17) ἐν χρόνῳ δ' ἔγεντ Ἀπόλλων (Boeckh: ἐγένετ codd. Clem. Alex.) fr. 33b. = fr. 147 Schr.
   f fragg. γίνεται[ fr. 6b. c. τὸ γὰρ πρὶν γενέ[σθαι Παρθ. 1. 20.
   g in tmesis. ἐκ δ' ἐγένοντο στρατὸς θαυμαστός v. ἐκγίνομαι (P. 2.46)

Spanish (DGE)

v. γίγνομαι.

English (Abbott-Smith)

γίνομαι, Ion. and κοινή for Att. γίγν- (M. Pr., 47; Bl., §6, 8 Mayser, 166 f.), [in LXX chiefly for היה;]
1.of persons, things occurrences, to come into being, be born, arise, come on: Jo 1:15 8:58, I Co 15:37; a first appearance in public, Mk 1:4, Jo 1:6, al.; seq. ἐκ (of birth), Ro 1:3, Ga 4:4; διά, Jo 1:3; βροντή, Jo 12:29; σεισμός, Re 6:12; γογγυσμός, Ac 6:1; χαρά, Ac 8:8, many other similar exx.; ἡμέρα, Lk 22:66, al.; ὀψέ, Mk 11:19; πρωΐα, Mt 27:1; νύξ, Ac 27:27.
2.Of events, to come to pass, take place, happen: Mt 5:18, Mk 5:14, Lk 1:20 2:15, Ac 4:21, II Ti 2:18, al.; μὴ γένοιτο [LXX for חָלִילָה, Jo 22:29, al.], far be it, God forbid: Ro 3:4 (ICC, in l.), I Co 6:15 and freq. in Pl.; καὶ ἐγένετο, ἐγένετο δέ ([in LXX for וַיְהִי;] v. Burton, 142 f.; M, Pr., 16f.; Dalman, Words, 32 f.; Robertson, Gr., 1042 f.), c. indic, Mt 7:28, Lk 1:8, al.; seq. καί et indic., Lk 8:1, Ac 5:7, al.; c. acc. et inf., Mk 2:23, Lk 3:21, al.; ὡς δὲ ἐγένετο, seq. τοῦ c. inf., Ac 10:25; c. dat. pers., to befall one: c. inf., Ac 20:16; c. acc. et inf., Ac 22:6; c. adv., εὖ, Eph 6:3; τ́ ἐγένετο αὐτῷ (Field, Notes, 115), Ac 7:40 (LXX); seq. εἰς, Ac 28:6.
3.3. to be made, done, performed, observed, enacted, ordained, etc.: Mt 6:10 19:8, Mk 2:27 11:23, Ac 19:26, al.; seq. διά c. gen., Mk 6:2, Ac 2:43; ὑπό, Lk 13:17; ἐκ, Lk 4:23; ἐν, I Co 9:15; ἀπογραφή, Lk 2:2; ἀνάκρισιςAc 25:26; ἄφεσις, He 9:22; ὁ νόμος, Ga 3:17; τὸ πάσχα, Mt 26:2.
4.to become, be made, come to be: c. pred., Mt 4:3, Lk 4:3, Jo 2:9, I Co 13:11, al.; seq. ὡς, ὡσεί, Mt 10:25, Mk 9:26; εἰς (M, Pr., 71f.), Mk 12:1o, al.; c. gen. Re 11:15; id., of age, Lk 2:42; c. dat., γ. ἀνδρί ([LXX for הָיָה לְאִישׁ, Ru 1:12, al.;] v. Field, Notes, 156), Ro 7:3, 4; seq. ἐν, Ac 22:17, Re 1:10, al.; ἐπάνω, Lk 19:19; μετά, c. gen., Mk 16:[10], Ac 9:19; seq. εἰς, ἐπί (Field, Notes, 135), κατά (ib., 62), c. acc. of place, Ac 20:16 21:35 27:7, al.; seq. ἐκ, Mk 9:7, Lk 3:22, II Th 2:7, al. Aoristic pf. γέγονα (M, Pr., 52, 145f.; Field, Notes, 1f.), Mt 25:6, Lk 10:36, al. Aor. ἐγενήθη (for ἐγένετο, M, Pr., 139f.; Mayser, 379), Mt 11:23, al. (Cf. απο-, δια-, επι-, παρα-, συμ-, παρα-, προ-.)

English (Strong)

a prolongation and middle voice form of a primary verb; to cause to be ("gen"-erate), i.e. (reflexively) to become (come into being), used with great latitude (literal, figurative, intensive, etc.): arise, be assembled, be(-come, -fall, -have self), be brought (to pass), (be) come (to pass), continue, be divided, draw, be ended, fall, be finished, follow, be found, be fulfilled, + God forbid, grow, happen, have, be kept, be made, be married, be ordained to be, partake, pass, be performed, be published, require, seem, be showed, X soon as it was, sound, be taken, be turned, use, wax, will, would, be wrought.

Greek Monolingual

(AM γίγνομαι και γίνομαι)
1. δημιουργούμαι, αποκτώ ζωή, υπόσταση
2. (για γεωργικά προϊόντα) παράγομαι
3. συμβαίνω, πραγματοποιούμαι
4. καθίσταμαι, αποβαίνω
5. είμαι, υπάρχω
6. (για αριθμητικά ποσά) προκύπτω, εξάγομαι από πράξεις ή υπολογισμό
7. (για χρονική διάρκεια) συμπληρώνομαι
8. μεταβάλλομαι, αλλάζω κατάσταση
9. καταλήγω, καταντώ
10. ανήκω σε κάποιον ή περιέρχομαι στον έλεγχο ή στην εξουσία κάποιου
11. (ως απροσ.) γίνεται
α) συμβαίνει, τυχαίνει να...
β) αρμόζει, ταιριάζει να...
γ) είναι δυνατόν, μπορεί να...
12. φρ. α) γένοιτο
μακάρι να γίνει, αμήν
β) «ὂ μὴ γένοιτο» — μακάρι να μη γίνει
γ) «ό,τι έγινε, έγινε», «ὄ γέγονε, γέγονε», «τὰ γενόμενα οὐκ ἀπογίνεται» — ότι συνέβη δεν μπορεί ν' αλλάξει ή να ξεχαστεί
μσν.-νεοελλ. ισχύω, επακολουθώ
νεοελλ.
Ι. 1. συντελούμαι, παίρνω οριστική μορφή
2. (για καρπούς) ωριμάζω
3. (για πράγματα) αποτελούμαι, συνίσταμαι από...
II. φρ.
1. «γίνομαι άνθρωπος» — εξανθρωπίζομαι ή ευπρεπίζομαι
2. «γίνομαι άλλος άνθρωπος» — αλλάζω ριζικά
3. «γίνομαι άνω κάτω» (ή «έξω φρενών»)
εξοργίζομαι, αναστατώνομαι, συγχύζομαι
4. «γίνομαι βαπόρι» — θυμώνω πολύ
5. «γίνομαι βάρος» — επιβαρύνω, ενοχλώ
6. «γίνομαι ένα» — πάω με το μέρος κάποιου, ταυτίζομαι
7. «γίνομαι θέατρο» — γελοιοποιούμαι, διασύρομαι, ρεζιλεύομαι
8. «γίνομαι θηρίο ή σκυλί ή Τούρκος» — εξοργίζομαι, θυμώνω φοβερά
9. «γίνομαι θυσία» — δείχνω υπερβολική προθυμία ή ζήλο, θυσιάζομαι
10. «γίνομαι καπνός ή άφαντος ή αχνός» — εξαφανίζομαι τελείως, αποχωρώ απότομα ή οριστικά
11. «γίνομαι κομμάτια»
α) κομματιάζομαι, σπάω
β) θυσιάζομαι, προσπαθώ με κάθε μέσο ή ταλαιπωρία να φανώ χρήσιμος
12. «γίνομαι περδίκι» — θεραπεύομαι τελείως, γιατρεύομαι
13. «γίνομαι πετσί και κόκαλο» — αδυνατίζω πολύ, εξασθενώ
14. «γίνομαι σαν το κερί ή το φλουρί» — χάνω το χρώμα μου, κιτρινίζω, χλομιάζω
15. «γίνομαι το ένα»
α) συνάπτω δεσμό συγγένειας με γάμο, ενώνομαι με κάποιον
β) εξομοιώνομαι, μοιάζω πολύ με κάποιον
16. γινόμαστε από δυο χωριά» — ερχόμαστε σε σύγκρουση, σε διάσταση, μαλώνουμε.
17. «γίνονται όλα μέλι γάλα» — όλα τακτοποιούνται, ρυθμίζονται, λύνεται η παρεξήγηση
18. «έγιναν γης Μαδιάμ» — γκρεμίστηκαν, καταστράφηκαν, αναστατώθηκαν
19. «έγιναν μαλλιά κουβάρια»
α) (για πρόσωπα) μάλωσαν, συνεπλάκησαν
β) (για πράγματα) ανακατώθηκαν, περιήλθαν σε μεγάλη αταξία
20. «γίνεται λόγος» — συζητείται, διαδίδεται, αναφέρεται
21. «τί να γίνει!» ή «τί να κάνουμε!» για δήλωση απορίας ή αδιέξοδου
22. «δεν ξέρω τί μού γίνεται»
α) δεν έχω πείρα ή γνώση σε κάτι, αγνοώ εντελώς
β) βρίσκομαι σε σύγχυση
23. «γίνομαι έξαλλος» — οργίζομαι, αγανακτώ

Greek Monotonic

γίνομαι: γινώσκω, βλ. γίγνομαι, γιγνώσκω.

Russian (Dvoretsky)

γίνομαι: (γῑ) дор.-ион. и поздн. = γίγνομαι.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

γίνομαι zie γίγνομαι.

Chinese

原文音譯:g⋯nomai 居挪買
詞類次數:動詞(677)
原文字根:成為 相當於: (דָּבָר‎) (אֶהְיֶה‎ / הָיָה‎) (חָיָה‎) (חָיָה‎)
字義溯源:成為*,成因,造成,作成,變成,是,著名,起,集,到,成就,繼續,分開,拉,完成,成全,跟從,尋得,應驗,成長,發生,有,保持,結成,設立,有分,經過,作成,發行,需求,似乎,現出,完好,取去,轉回,使用,增長,將要,願意。這字基本意義:成為,存在;意指一個人的出生;發生,作成,.。等等。其實,我們無法找到一個合適的字或詞,可以足夠把這個編號的真意完全表達出來。這字在新約出現六百七十餘次,使用不同的譯字(詞)也超過三百個。新約除了猶大書,廿六卷書全都用過這字
同源字:1) (ἀλλογενής)外來的 2) (ἀπογίνομαι)不在 3) (γενεά)世代 4) (γένος)親戚 5) (γίνομαι)成為 6) (γνήσιος)合法的 7) (γνησίως)真正地 8) (γονεύς)父母 9) (διαγίνομαι)過去 10) (ἐπιγίνομαι)達到 11) (εὐγενής)出生名門 12) (ζῳογονέω)使存活 13) (μονογενής)獨生 14) (παλιγγενεσία / παλινγενεσία)重生 15) (παραγίνομαι)靠近 16) (προγίνομαι)早已 17) (συμπαραγίνομαι)一同席 18) (τεκνογονέω)生養兒女 19) (τεκνογονία)分娩
同義字:1) (γίνομαι)成為 2) (συμβαίνω)同行 3) (συναντάω)遇見
出現次數:總共(671);太(75);可(55);路(132);約(52);徒(125);羅(35);林前(42);林後(11);加(12);弗(8);腓(5);西(5);帖前(12);帖後(1);提前(4);提後(4);多(1);門(1);來(29);雅(10);彼前(6);彼後(5);約壹(1);約貳(1);約叄(1);啓(38)
譯字彙編
1) 發生(31) 可13:19; 可13:19; 路2:1; 路6:1; 路6:6; 路6:12; 路7:11; 路8:1; 路8:34; 路9:18; 路9:28; 路9:29; 路9:33; 路11:1; 路17:11; 路17:28; 路21:28; 路21:36; 路24:15; 約1:28; 約13:19; 徒9:37; 徒10:16; 徒11:10; 徒11:19; 徒14:1; 徒16:26; 徒19:23; 徒28:6; 啓11:13; 啓16:18;
2) 有(26) 太18:12; 太24:21; 可6:21; 路2:13; 路4:25; 路12:54; 路13:2; 路13:4; 路21:9; 約1:6; 約2:1; 約3:9; 約10:22; 徒4:4; 徒8:8; 徒10:13; 徒21:30; 羅9:14; 林後1:19; 來7:12; 啓8:1; 啓8:7; 啓11:15; 啓11:19; 啓16:18; 啓16:18;
3) 成了(25) 太13:32; 可4:32; 可9:50; 路11:30; 路23:12; 約1:14; 約1:30; 約9:39; 約19:36; 徒7:29; 徒7:52; 林前8:9; 林前15:20; 林後7:14; 腓2:7; 帖前1:7; 提後3:9; 來5:9; 來5:12; 雅2:4; 雅5:2; 啓11:15; 啓16:10; 啓16:17; 啓18:2;
4) 成為(23) 太23:26; 可1:17; 可10:43; 路8:17; 徒26:29; 羅7:13; 林前1:30; 林前3:18; 林前10:6; 林前10:7; 林後5:21; 腓2:8; 帖前2:7; 來2:17; 來6:4; 來6:20; 來7:16; 來7:21; 來7:23; 來7:26; 來10:33; 來11:7; 雅1:25;
5) 是(17) 太18:13; 太19:8; 太26:2; 可6:35; 可9:6; 路6:49; 路10:36; 路20:33; 路24:37; 路24:37; 約6:17; 徒27:42; 羅11:6; 林前2:3; 林前15:10; 帖前2:1; 雅3:10;
6) 到了(15) 太8:16; 太14:23; 太26:20; 可4:35; 可6:2; 可6:47; 可11:19; 可14:17; 可15:33; 路19:9; 路22:14; 約6:16; 徒12:18; 徒19:21; 徒27:27;
7) 以後(12) 太7:28; 太11:1; 太13:53; 太19:1; 太26:1; 可1:9; 可2:15; 路1:23; 路2:15; 路5:17; 徒11:26; 徒28:9;
8) 成就(11) 太1:22; 太21:4; 可13:29; 路1:20; 路2:15; 路21:31; 路22:42; 路24:21; 約15:7; 啓1:1; 啓22:6;
9) 起了(11) 太8:24; 可4:37; 路22:24; 約3:25; 約7:43; 約10:19; 徒2:43; 徒5:5; 徒15:2; 徒23:9; 徒23:10;
10) 變成(10) 太4:3; 太12:45; 太18:3; 太27:45; 路4:3; 路6:16; 啓6:12; 啓8:8; 啓16:3; 啓16:4;
11) 作(10) 路23:19; 約1:12; 約9:27; 徒1:16; 徒1:22; 林前7:23; 林前14:20; 弗5:7; 雅3:1; 彼前5:3;
12) 到(9) 太20:8; 太27:1; 太27:57; 路1:59; 路21:7; 路22:40; 約6:21; 約21:4; 徒21:17;
13) 要(8) 太24:44; 路9:51; 路12:40; 路22:26; 徒10:25; 加4:12; 西3:15; 彼前1:15;
14) 發生了(7) 太28:2; 可5:14; 路3:21; 路9:37; 路11:27; 徒12:18; 啓6:12;
15) 是!(7) 羅3:6; 羅3:31; 羅7:7; 羅7:13; 羅11:11; 加2:17; 加3:21;
16) 時(7) 路19:15; 徒9:3; 徒9:32; 徒16:16; 徒19:1; 徒22:6; 提後1:17;
17) 作了(6) 羅4:18; 羅15:8; 加3:24; 西1:23; 西1:25; 來7:22;
18) 行(6) 太11:21; 太11:23; 路2:2; 路10:13; 路13:17; 路23:8;
19) 亮(6) 路4:42; 徒16:35; 徒23:12; 徒27:29; 徒27:33; 徒27:39;
20) 來(6) 可1:11; 可9:7; 路3:22; 路9:34; 徒13:5; 約貳1:12;
21) 就(5) 路24:31; 徒15:25; 徒20:37; 徒22:17; 帖前1:6;
22) 成(5) 路13:19; 路23:44; 林前15:45; 帖前3:5; 啓4:1;
23) 所作的(5) 太21:42; 可6:2; 徒12:9; 徒13:32; 徒26:6;
24) 生(5) 太26:5; 太27:24; 加4:4; 加4:4; 啓16:2;
25) 顯出(5) 可6:26; 路24:5; 徒7:32; 徒10:4; 徒24:25;
26) 發生的事(5) 太18:31; 太28:11; 路9:7; 徒4:21; 徒5:7;
27) 出來(5) 可9:7; 路9:35; 徒10:40; 林前11:19; 林前14:25;
28) 在(4) 可4:22; 徒12:5; 徒26:4; 林前9:23;
29) 已成(4) 路20:17; 徒4:11; 來9:11; 彼前2:7;
30) 所發生的事(4) 太27:54; 路8:35; 路8:56; 徒13:12;
31) 進(4) 可9:33; 路1:44; 徒10:10; 徒22:17;
32) 就成了(4) 林前13:1; 加4:16; 來1:4; 彼前3:6;
33) 傳(4) 可6:14; 徒9:42; 徒10:37; 帖前1:5;
34) 發(4) 太24:32; 可13:28; 路6:48; 徒6:1;
35) 造的(4) 約1:3; 約1:3; 約1:10; 徒19:26;
36) 得(3) 可9:21; 羅15:16; 弗6:3;
37) 而行(3) 林前14:26; 林前14:40; 林前16:14;
38) 得著(3) 約5:6; 約5:9; 林前4:5;
39) 當(3) 可4:4; 徒25:15; 徒28:8;
40) 就有(3) 徒8:1; 林後8:14; 啓8:5;
41) 來到(3) 可15:42; 徒2:2; 徒27:7;
42) 被(3) 約12:42; 徒7:13; 來7:18;
43) 可以(3) 路19:19; 林後8:14; 西1:18;
44) 發生在(3) 可5:16; 路14:1; 路19:29;
45) 行了(3) 徒2:43; 徒4:16; 徒5:12;
46) 成就了(3) 太24:34; 太26:56; 可13:30;
47) 可!(3) 羅6:2; 羅6:15; 林前6:15;
48) 臨到(3) 可13:18; 路17:26; 彼前4:12;
49) 當⋯的時候(2) 太9:10; 路24:51;
50) 你們務要(2) 林前15:58; 啓2:10;
51) 你們要(2) 路6:36; 腓3:17;
52) 他⋯是(2) 可9:26; 林前16:10;
53) 成全了罷(2) 太9:29; 太15:28;
54) 顯得(2) 路18:23; 羅7:13;
55) 所成的(2) 路23:47; 路23:48;
56) 曉(2) 路22:66; 徒19:17;
57) 成全了(2) 太5:18; 太8:13;
58) 來的(2) 約1:17; 約12:30;
59) 事情成就(2) 約14:29; 約14:29;
60) 要成為(2) 約4:14; 林前4:16;
61) 藉著(2) 徒4:22; 來9:15;
62) 歸於(2) 路20:14; 羅7:4;
63) 歸(2) 徒5:36; 羅16:7;
64) 曾(2) 徒7:38; 啓2:8;
65) 曾是(2) 啓1:9; 啓1:18;
66) 的時候(2) 路18:35; 路20:1;
67) 當成就(2) 太6:10; 路11:2;
68) 有了(2) 路12:55; 啓12:7;
69) 你們⋯顯出(2) 路16:11; 路16:12;
70) 本是(2) 太11:26; 路10:21;
71) 住(2) 徒21:5; 徒27:16;
72) 臨(2) 可1:32; 路3:2;
73) 我是(2) 徒20:18; 腓3:6;
74) 遭了(2) 可4:17; 徒7:40;
75) 設立的(2) 可2:27; 加3:17;
76) 我們⋯成了(2) 羅9:29; 林前4:9;
77) 有的(2) 太24:6; 可13:7;
78) 為(2) 太20:26; 路1:2;
79) 變(2) 太17:2; 啓8:11;
80) 結(2) 太21:19; 可4:19;
81) 已作(2) 太21:42; 可12:10;
82) 得以(2) 徒24:3; 林前7:21;
83) 平(2) 可4:39; 路8:24;
84) 我們⋯是(2) 羅6:5; 帖前2:10;
85) 我成了(2) 林前13:11; 林後12:11;
86) 所成的事(2) 可5:33; 路24:12;
87) 所行過的(2) 太11:21; 太11:23;
88) 他要從(1) 帖後2:7;
89) 陷(1) 提前2:14;
90) 都該作(1) 提前4:12;
91) 就應驗了(1) 林前15:54;
92) 必然(1) 林前3:13;
93) 我作(1) 林前9:22;
94) 對待(1) 林前9:15;
95) 應驗了(1) 帖前3:4;
96) 他當變作(1) 林前3:18;
97) 還有(1) 羅11:5;
98) 該是(1) 提前5:9;
99) 可以成為(1) 多3:7;
100) 我們就成為(1) 來3:14;
101) 顯出來(1) 門1:6;
102) 既是(1) 來2:2;
103) 所遭遇的(1) 提後3:11;
104) 過去了(1) 提後2:18;
105) 將要長成(1) 林前15:37;
106) 生出(1) 提前6:4;
107) 行事(1) 林前7:36;
108) 作過(1) 羅11:34;
109) 曾成為(1) 帖前2:14;
110) 素來(1) 羅16:2;
111) 我作了(1) 弗3:7;
112) 我們被看(1) 林前4:13;
113) 去與(1) 林前10:20;
114) 你們當(1) 弗5:1;
115) 似(1) 林後1:19;
116) 所立(1) 林後3:7;
117) 已得以(1) 弗2:13;
118) 都變成(1) 林後5:17;
119) 貪圖(1) 加5:26;
120) 以(1) 加6:14;
121) 你們該是(1) 林前11:1;
122) 於(1) 羅11:17;
123) 所遭遇(1) 林後1:8;
124) 反被(1) 林前9:27;
125) 可蒙(1) 羅15:31;
126) 我就作(1) 林前9:22;
127) 可以臨(1) 加3:14;
128) 以為(1) 羅12:16;
129) 我們是(1) 帖前2:5;
130) 才(1) 林前16:2;
131) 行的(1) 弗5:12;
132) 而有的(1) 腓1:13;
133) 要作(1) 林前14:20;
134) 你們乃是(1) 帖前2:8;
135) 發生的(1) 啓1:19;
136) 經過⋯之後(1) 徒25:26;
137) 他⋯住了(1) 徒9:19;
138) 有⋯說(1) 徒7:31;
139) 我⋯有(1) 徒26:19;
140) 伏在⋯之下(1) 羅3:19;
141) 願⋯變(1) 羅11:9;
142) 她⋯歸於(1) 羅7:3;
143) 願⋯變為(1) 徒1:20;
144) 你們⋯就成為(1) 約15:8;
145) 她們⋯到(1) 路24:22;
146) 但願⋯發生!(1) 路20:16;
147) 到了⋯時(1) 路24:30;
148) 成了⋯的(1) 約1:15;
149) 打⋯了(1) 約12:29;
150) 你⋯來(1) 約6:25;
151) 落在⋯中(1) 羅11:25;
152) 我⋯作(1) 林前9:20;
153) 你們⋯行(1) 彼前3:13;
154) 就⋯會有(1) 來9:22;
155) 你們⋯成為(1) 彼後1:4;
156) 曾有⋯起來(1) 彼後2:1;
157) 有⋯以來(1) 啓16:18;
158) 我⋯得以(1) 啓4:2;
159) 你們⋯致(1) 來6:12;
160) 我們⋯為人(1) 帖前1:5;
161) 你們⋯要與(1) 林後6:14;
162) 你們⋯使其(1) 林前10:32;
163) 既⋯成了(1) 加3:13;
164) 你們⋯相待(1) 弗4:32;
165) 使⋯得(1) 西4:11;
166) 你們⋯作(1) 弗5:17;
167) 你⋯有(1) 路19:17;
168) 你⋯行的(1) 路4:23;
169) 就是(1) 雅2:10;
170) 你們當是(1) 雅1:22;
171) 你仍成了(1) 雅2:11;
172) 所造(1) 雅3:9;
173) 按(1) 彼後1:20;
174) 曾經(1) 彼後1:16;
175) 經過(1) 雅1:12;
176) 受(1) 來12:8;
177) 你們成了(1) 來5:11;
178) 而成為(1) 來5:5;
179) 形成的(1) 來11:3;
180) 他成為(1) 來11:6;
181) 顯為(1) 來11:34;
182) 長(1) 來11:24;
183) 就變得(1) 彼後2:20;
184) 已經出來了(1) 約壹2:18;
185) 他⋯行了(1) 太11:20;
186) 都成了(1) 啓21:6;
187) 將要⋯成全(1) 太18:19;
188) 就願⋯成全(1) 太26:42;
189) 情願⋯成就(1) 路1:38;
190) 當⋯為(1) 路1:5;
191) 裂(1) 啓16:19;
192) 都來到了(1) 啓12:10;
193) 我得以(1) 啓1:10;
194) 我們可以(1) 約叄1:8;
195) 有!(1) 羅11:1;
196) 你要(1) 啓3:2;
197) 就生出(1) 啓11:13;
198) 變得(1) 啓6:12;
199) 已成全了(1) 來4:3;
200) 此後(1) 徒9:43;
201) 有一回(1) 路5:12;
202) 一日(1) 路5:1;
203) 臨近(1) 路6:13;
204) 被知道的(1) 路8:17;
205) 過後(1) 路9:36;
206) 乃發生(1) 路8:22;
207) 覺(1) 路4:36;
208) 後(1) 路2:46;
209) 一天(1) 路1:8;
210) 向來(1) 可16:10;
211) 當時(1) 路1:41;
212) 起(1) 路1:65;
213) 他是(1) 路2:42;
214) 時侯(1) 路2:6;
215) 所行的(1) 路10:13;
216) 就能(1) 路11:14;
217) 極(1) 路22:44;
218) 都成就了(1) 路21:32;
219) 流(1) 路22:44;
220) 照(1) 路23:24;
221) 正(1) 路24:4;
222) 將會(1) 路23:31;
223) 正當(1) 路17:14;
224) 了(1) 路16:22;
225) 就得了(1) 路14:12;
226) 比(1) 路11:26;
227) 已經辦了(1) 路14:22;
228) 也是這樣(1) 路15:10;
229) 遭(1) 路15:14;
230) 佈(1) 可15:33;
231) 費(1) 可14:4;
232) 度(1) 太14:6;
233) 致(1) 太13:22;
234) 將(1) 太14:15;
235) 在傍(1) 太16:2;
236) 也必成就(1) 太21:21;
237) 所作的事(1) 太18:31;
238) 遭受(1) 太13:21;
239) 和(1) 太10:25;
240) 可(1) 太6:16;
241) 你們就可以作(1) 太5:45;
242) 就顯出(1) 太8:26;
243) 就成為(1) 太9:16;
244) 你們乃要(1) 太10:16;
245) 他已入了(1) 太23:15;
246) 遇見(1) 太24:20;
247) 他在(1) 可4:10;
248) 一次(1) 可2:23;
249) 就得(1) 可4:11;
250) 放(1) 可9:3;
251) 作的(1) 可12:11;
252) 必成(1) 可11:23;
253) 就顯得(1) 可2:21;
254) 來了(1) 可1:4;
255) 有人(1) 太25:6;
256) 再有(1) 太24:21;
257) (停留)(1) 太26:6;
258) 成就的(1) 太26:54;
259) 如同(1) 太28:4;
260) 所發生的(1) 路24:18;
261) 原是(1) 路24:19;
262) 之後(1) 徒19:28;
263) 之久(1) 徒19:10;
264) 於是(1) 徒19:34;
265) 設(1) 徒20:3;
266) 再(1) 徒20:16;
267) 他就定(1) 徒20:3;
268) 著(1) 徒16:29;
269) 過來(1) 徒16:27;
270) 他為(1) 徒12:23;
271) 清醒(1) 徒12:11;
272) 施行(1) 徒14:3;
273) 發起(1) 徒14:5;
274) 他們起了(1) 徒15:39;
275) 已是(1) 徒15:7;
276) 能(1) 徒20:16;
277) 既(1) 徒21:1;
278) 是出(1) 羅1:3;
279) 這樣(1) 徒28:17;
280) 就像是(1) 羅2:25;
281) 能!(1) 羅3:4;
282) 她雖歸(1) 羅7:3;
283) 乃是(1) 羅3:4;
284) 都得(1) 徒27:44;
285) 就都(1) 徒27:36;
286) 他來(1) 徒21:35;
287) 成就罷(1) 徒21:14;
288) 現出(1) 徒21:40;
289) 就起了(1) 徒23:7;
290) 成就的事(1) 徒26:22;
291) 就發生了(1) 徒11:28;
292) 他覺得(1) 徒10:10;
293) 就把他(1) 約9:22;
294) 出生(1) 約8:58;
295) 他們要成為(1) 約10:16;
296) 承受(1) 約10:35;
297) 喫(1) 約13:2;
298) 你們成為(1) 約12:36;
299) 你們必得(1) 約8:33;
300) 接(1) 約6:19;
301) 變的(1) 約2:9;
302) 被造的(1) 約1:3;
303) 都會得著(1) 約5:4;
304) 你已經得著(1) 約5:14;
305) 遭遇(1) 約5:14;
306) 事成就(1) 約13:19;
307) 為了(1) 約14:22;
308) 過了(1) 徒5:7;
309) 行出來(1) 徒4:30;
310) 顯(1) 徒5:11;
311) 會(1) 徒5:24;
312) 他所行的(1) 徒8:13;
313) 前來(1) 徒7:39;
314) 必成的(1) 徒4:28;
315) 召集(1) 徒4:5;
316) 存有(1) 約20:27;
317) 要變(1) 約16:20;
318) 以致(1) 徒1:18;
319) 都(1) 徒1:19;
320) 一響(1) 徒2:6;
321) 我向(1) 羅10:20