μπλούζα

From LSJ

Πανήγυριν νόμιζε τόνδε τὸν βίον → Mercatum crede tempus hoc, quod vivitur → Als eine Festversammlung sieh dies Leben an

Menander, Monostichoi, 444

Greek Monolingual

η
1. ένδυμα που καλύπτει το επάνω μέρος του σώματος
2. εξωτερικό ευρύχωρο ένδυμα εργασίας εργατών, μαθητών, γιατρών, νοσοκόμων, ερευνητών εργαστηρίων χημείας ή φυσικής.
[ΕΤΥΜΟΛ. < γαλλ. blouse, άγνωστης προέλευσης].