Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ξανθοδερκής

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: ξανθοδερκής Medium diacritics: ξανθοδερκής Low diacritics: ξανθοδερκής Capitals: ΞΑΝΘΟΔΕΡΚΗΣ
Transliteration A: xanthoderkḗs Transliteration B: xanthoderkēs Transliteration C: ksanthoderkis Beta Code: canqoderkh/s

English (LSJ)

ές, A with fiery eyes, of a dragon, B.8.12.

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

Greek (Liddell-Scott)

ξανθοδερκής: -ές, ὁ διάπυρον ῥίπτων βλέμμα, ὁ βλέπων φλογερῶς, τὸν ξανθοδερκὴς πέφν’ ἀσαγεύοντα δράκων Βακχυλ. VIII, 12 Blass.

Greek Monolingual

ξανθοδερκής, -ές (Α)
(για δράκοντα) αυτός που έχει φλογερό βλέμμαξανθοδερκής δράκων», Βακχ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < ξανθός + -δερκής (< δέρκομαι «βλέπω»), πρβλ. οξυ-δερκής].