Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ξανθοδερκής

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a
Full diacritics: ξανθοδερκής Medium diacritics: ξανθοδερκής Low diacritics: ξανθοδερκής Capitals: ΞΑΝΘΟΔΕΡΚΗΣ
Transliteration A: xanthoderkḗs Transliteration B: xanthoderkēs Transliteration C: ksanthoderkis Beta Code: canqoderkh/s

English (LSJ)

ές,

   A with fiery eyes, of a dragon, B.8.12.

Greek (Liddell-Scott)

ξανθοδερκής: -ές, ὁ διάπυρον ῥίπτων βλέμμα, ὁ βλέπων φλογερῶς, τὸν ξανθοδερκὴς πέφν’ ἀσαγεύοντα δράκων Βακχυλ. VIII, 12 Blass.

Greek Monolingual

ξανθοδερκής, -ές (Α)
(για δράκοντα) αυτός που έχει φλογερό βλέμμαξανθοδερκής δράκων», Βακχ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < ξανθός + -δερκής (< δέρκομαι «βλέπω»), πρβλ. οξυ-δερκής].