Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ξανθότης

Ἐς δὲ τὰ ἔσχατα νουσήματα αἱ ἔσχαται θεραπεῖαι ἐς ἀκριβείην, κράτισται -> For extreme diseases, extreme methods of cure, as to restriction, are most suitable.
Corpus Hippocraticum, Aphorisms 1.6.2
Full diacritics: ξανθότης Medium diacritics: ξανθότης Low diacritics: ξανθότης Capitals: ΞΑΝΘΟΤΗΣ
Transliteration A: xanthótēs Transliteration B: xanthotēs Transliteration C: ksanthotis Beta Code: canqo/ths

English (LSJ)

ητος, ἡ,

   A yellowness, esp. of hair, Str.7.1.2.

German (Pape)

[Seite 275] ητος, ἡ, das Blondsein, die gelbe, bräunliche Farbe, bes. des Haares, Strab. 7, 1, 2.

Greek (Liddell-Scott)

ξανθότης: -ητος, ἡ, τὸ ξανθὸν χρῶμα, ἰδίως τῆς κόμης, «τὰ πέραν τοῦ Ρήνου Γερμανοὶ νέμονται, μικρὸν ἐξαλλάττοντες τοῦ Κελτικοῦ φύλου τῷ τε πλεονασμῷ τῆς ἀγριότητος καὶ τῆς ξανθότητος» Στράβ. 290.

French (Bailly abrégé)

ητος (ἡ) :
couleur jaune ou blonde.
Étymologie: ξανθός.

Greek Monotonic

ξανθότης: -ητος, ἡ, κιτρινωπό, ξανθό χρώμα, ιδίως των μαλλιών, σε Στράβ.

Middle Liddell

ξανθότης, ητος, ἡ,
yellowness, esp. of hair, Strab.