Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

χρῶμα

Ἢ τὰν ἢ ἐπὶ τᾶς -> Either with this or on this | Come back victorious or dead
Plutarch, Moralia 241
Full diacritics: χρῶμα Medium diacritics: χρῶμα Low diacritics: χρώμα Capitals: ΧΡΩΜΑ
Transliteration A: chrō̂ma Transliteration B: chrōma Transliteration C: chroma Beta Code: xrw=ma

English (LSJ)

ατος, τό, (χρώννυμι)

   A skin, esp. of the human body, κάθαρσις διὰ τοῦ χρώματος Hp.Insomn.89 (sed χρωτός recte cod. θ).    II colour, esp. of the skin or body, complexion, Hdt.2.32, 3.101, Hp. Aph.4.40, etc.; χρῶμα ἀλλάξαι E.Ph.1246, cf. Men.Epit.466; μεθιστάναι τοῦ χρώματος Ar.Eq.399 (lyr.); τὸ χ. διακεκναις μένος Id.Nu. 120; παντοδαπὰ ἠφίει χρώματα changed colour continually, Pl.Ly. 222b; χ. διαμένον an unchanging colour (of the face), Nicol.Com.1.28; so of animals, x.Cyn.4.7.    2 generally, colour, Gorg. ap. S.E.M. 7.85; defined by Zeno Stoic.1.26; χρώματα βάπτειν use pigments for dyeing, Pl.R.429e; ἐκ τῶν χρωμάτων καὶ σχημάτων θεωρεῖν, i.e. look to the outside only, ib.601a; διὰ τῶν χ. ἀπεικάζειν X.Mem.3.10.1; χρώμασι καὶ σχήμασι μιμεῖσθαι Arist.Po.1447a18; περὶ χρωμάτων, title of treatise by Arist.; ἐναλείφειν τοῖς χ. Id.GA743b24; χρωμάτων κρᾶσις Luc.Zeux.5; χρώματος ἔντριψις, of cosmetics, X. Cyr.1.3.2; τοῖς ἐγχρίστοις εἰς τοὺς ὀφθαλμοὺς χρώμασιν Arist.GA 747a10; of medicines, φάρμακα χρώμασι καὶ ὀσμαῖς πεποικιλμένα Pl. Cra.394a.    III turmeric, Curcuma longa, used in dyeing, Thphr.Od.31.    IV complexion, character of style in writing, χρώματα [λέξεως] (of τὸ στριφνόν, τὸ τυκνόν, etc.) D.H.Amm.2.2; ποιητικῆς χρώματα Phld.Mus.p.84K., cf. Hermog.Id.1.12.    2 metaph. in pl., ornaments, embellishments, ἀλλοτρίοις χ. καὶ κόσμοις Pl.Phdr.239d, cf. Grg.465b; also of style or language, D.H.Comp. 20; of Music, γυμνωθέντα . . τῶν τῆς μουσικῆς χρωμάτων τὰ τῶν τοιητῶν Pl.R.601b.    3 in Music, a modification of the simplest music: τὰ μέλη μεταβολαῖς καὶ χρώμασιν ὡς εὖ κέκραται Antiph.209.4; χρώματα εὔχροα ἐκιθάρισε Philoch.66:but esp.    b chromatic scale or music, οὔτε χρῶμα δειλοὺς οὔτε ἁρμονία ἀνδρείους ποιεῖ Anon. in PHib.1.13.22, cf. Cleonid.Harm.3, Bacch.Harm.23, etc.: χ.μαλακόν, ἡμιόλιον, τονιαῖον, Cleonid.Harm.7.    4 Rhet., complexion, colourable pretence, Hermog.Stat.1,3(pl.), Arg.D.19<*>12.    V of the factions in the Circus at Constantinople, Agath.5.14,21.    VI Astrol., = χρόα1.3, complexion of heavenly bodies, Phld.D.3.9, Vett. Val.107.26.

German (Pape)

[Seite 1383] τό, 1) eigtl. die Oberfläche eines Körpers, bes. des menschlichen Leibes, die Haut, διὰ χρώματος Hippocr.; – der Leib selbst, Polem. 1, 19. – 2) die Farbe der Oberfläche, bes. der Haut; Her. 2, 32. 3, 101; Eur. El. 526; χρῶμα ἀλλάσσειν Phoen. 1246, wie μεθιστάναι τοῦ χρώματος Ar. Eq. 399; παντοδαπὰ χρώματα ἀφιέναι Plat. Lys. 222 b; übh. Farbe, Phaed. 113 b Theaet. 153 d u. Sp.; auch Schminke. – Eine syrische Farbewurzel, Theophr. – Uebertr., der Schmuck der Rede, colores orationis, Plat. Rep. X, 601 a. – In der Tonkunst ein bes. Tongeschlecht, was sich durch die besondere Vertheilung der Töne des Tetrachords von dem diatonischen u. enharmonischen unterscheidet, Music. – S. auch χρόα.

Greek (Liddell-Scott)

χρῶμα: τό, (χρώννυμι) κυρίωςἐπιφάνεια σώματός τινος, μάλιστα δὲ τοῦ ἀνθρωπίνου, ἡ ἐπιδερμίς, κάθαρσις διὰ τοῦ χρώματος Ἱππ. 377. 2. 2) τὸ χρῶμα τῆς ἐπιφανείας μάλιστα δὲ τῆς ἐπιδερμίδος, ἡ χροιά, Ἡρόδ. 2. 32, 3. 101, Ἱππ. Ἀφ. 1250, κλπ.· χρῶμα ἀλλάσσειν Εὐρ. Φοίν. 1246· οὕτω μεθιστάναι τοῦ χρώματος Ἀριστοφ. Ἱππ. 399· τὸ χρ. διακεκναισμένος ὁ αὐτ. ἐν Νεφ. 120· παντοδαπὰ χρώματα ἀφιέναι Πλάτ. Λῦσ. 222Β· χρ. διαμένον, μὴ μεταβαλλόμενον (τοῦ προσώπου), Νικόλ. ἐν Ἀδήλ. 1. 28· οὕτως ἐπὶ ζώων, Ξεν. Κυνηγ. 4. 7. 2) καθόλου, χρῶμα οἱονδήποτε, βάπτειν χρώματα, Πλάτ. Πολ. 429Ε· ἐκ χρωμάτων καὶ σχημάτων θεωρεῖν, δηλ. βλέπειν μόνον τὸ ἐξωτερικόν, αὐτόθι 601ΑΣ· διὰ τῶν χρ. ἀπεικάζειν Ξεν. Ἀπομν. 3. 10, 1· χρώμασι καὶ σχήμασι μιμεῖσθαι Ἀριστ. Ποιητ. 1. 4· ὅρα τὴν πραγματείαν αὐτοῦ περὶ χρωμάτων· τοῖς χρ. ἐναλείφειν ὁ αὐτ. ἐν τῷ περὶ Ζῴων Γεν. 2. 6, 29· χρωμάτων κρᾶσις Λουκ. Ζεῦξις 5· χρ. ἔντριψις, ἐπὶ ψιμυθίου, Ξεν. Κύρου Παιδ. 1. 3, 2· τοῖς ἐγχρίστοις εἰς τοὺς ὀφθαλμοὺς χρώμασιν Ἀριστ. περὶ Ζῴων Γεν. 2. 7, 18· - ἐπὶ φαρμάκων, φάρμακα χρώμασι καὶ ὀσμαῖς πεποικιλμένα Πλάτ. Κρατ. 394Α. ΙΙΙ. ῥίζα τις ἐν Συρίᾳ, ἐξ ἧς ἐλαμβάνετο χρῶμά τι, Θεόφρ. περὶ Ὀσμ. 31. IV. χρωματισμὸς ὕφους ἐν τῷ συγγράφειν, χρ. λέξεως Διονύσ. Ἁλ. πρὸς Ἀμμ. 2. 2.
2) μεταφ. ἐν τῷ πληθ., κοσμήμματα, ποικίλματα, ἀλλοτρίοις χρώμασι καὶ κόσμοις Πλάτ. ἐν Φαίδρῳ 239D, πρβλ. Γοργ. 465Β· ὡσαύτως ἐπὶ ὕφους ἢ γλώσσης (ὡς τὰ τοῦ Κικέρωνος pignento colores), καὶ ἐπὶ μουσικῆς, γυμνωθέντα … τῶν τῆς μουσικῆς χρωμάτων τὰ τῶν ποιητῶν Πλάτ. Πολ. 601Α, πρβλ. Συμπ. 211Ε. 3) ὡς τεχνικὸς ὅρος ἐν τῇ μουσικῇ ἡ λέξ. χρῶμα ἐσήμαινε τροποποίησιν τῆς ἁπλουστάτης ἢ διατονικῆς μουσικῆς· ἀλλ’ ἐκαλοῦντο ὡσαύτως, χρώματα αἱ περαιτέρω τροποποιήσεις τῶν τριῶν γενῶν, (τοῦ διατονικοῦ, τοῦ χρωματικοῦ καὶ τοῦ ἐναρμονίου), τὰ μέλη μεταβολαῖς καὶ χρώμασιν ὡς εὖ κέκραται Ἀντιφάνης ἐν «Τριταγωνιστῇ» 1. 4· ἴδε χρωματικός, εὔχροος 2, καὶ πρβλ. Λεξ. τῶν Ἀρχαιοτ. Chapell Anc. Mus. σ.121.

French (Bailly abrégé)

χρώματος (τό) :
couleur de la peau, carnation ; p. ext. :
1 couleur pour la teinture, particul. fard;
2 fig. t. de mus. modulation ; particul. genre de composition où l’on procède par demi-tons, musique chromatique ; couleur, càd qualité du caractère (cf. franç. « il est bon teint »).
Étymologie: χρώννυμι.

Spanish

color

Greek Monolingual

το / χρῶμα, ΝΜΑ
1. αίσθημα παραγόμενο από την εντύπωση που προκαλεί στον οφθαλμό το εκπεμπόμενο από μία πηγή φως το οποίο προσπίπτει επάνω του απευθείας, άμεσα, ή έπειτα από αλληλεπίδραση με ένα μη φωτεινό σώμα (α. «το χρώμα του ουρανού» β. «τα χρώματα της ίριδας» γ. «ὃ δὴ καλεῑς χρῶμα λευκόν», Πλατ.
δ. «χρῶμα κουρίμης τριχός», Ευρ.)
2. η χροιά του δέρματος, της επιδερμίδας (α. «ωραίο χρώμα πήρε το πρόσωπο από τον ήλιο» β. «τὸ χρῶμα φορέουσι ὅμοιον πάντες καὶ παραπλήσιον Αἰθίοψι», Ηρόδ.)
3. χρωστική ουσία, βαφή (α. «χρώμα ανεξίτηλο» β. «κασετίνα με χρώματα» γ. «χρώμασι και σχήμασι πολλὰ μιμοῡνταί τινες ἀπεικάζοντες», Αριστοτ.)
4. καλλωπιστική βαφή, ψιμύθιο (α. «γέμισε χρώμα τα βλέφαρά της» β. κεκοσμημένον καὶ ὀφθαλμῶν ὑπογραφῇ καὶ χρώματος ἐντρίψει καὶ κόμαις προσθέτοις», Ξεν.)
5. (για προφ. ή γραπτό λόγο) τόνος ή διάνθιση (α. «ο λόγος του δεν έχει καθόλου χρώμα» β. «ἡ φράσις οὐ τοῑς κεκαλλωπισμένοις καὶ περιττοῑς ἐξωραϊζομένη χρώμασι», Φώτ.
γ. «χρώμα λέξεως», Διον. Αλ.)
6. μουσ. η ποικιλία, οι τροποποιήσεις στη μελωδία, στη μουσική σύνθεση, ηχόχρωμα, χροιά
7. φρ. «αλλάζω χρώμα» και «ἀλλάττω χρῶμα» — μεταβάλλεται το χρώμα του προσώπου μου από έντονη συγκίνηση ή αναστάτωση
νεοελλ.
1. τεχνολ. ρευστό αιώρημα επιχρισμένο σε λεπτά στρώματα για διακόσμηση και προστασία επιφανειών, αποτελούμενο από χρωστική ουσία και από το μέσο διασποράς, κν. μπογιά ή βερνίκι
2. φυσ. συμβατική και αλληγορική ονομασία ενός φυσικού μεγέθους, φορτίου φερόμενου από τα αδρόνια, το οποίο διέπει τις ισχυρές αλληλεπιδράσεις
3. μτφ. διακριτικό γνώρισμα στην ομιλία, στο ντύσιμο ή στη συμπεριφορά ενός ατόμου, ενός συνόλου ή ενός τόπου (α. «προσωπικό χρώμα» β. «τοπικό χρώμα»)
4. φρ. α) «χάνω το χρώμα μου» — γίνομαι ωχρός από ψυχική ταραχή ή σωματική αδυναμία
β) «παίρνω χρώμα»
i) συνέρχομαι
ii) (για φαγητά και γλυκά) αρχίζω να ψήνομαι
iii) μαυρίζω μετά από έκθεση στον ήλιο
μσν.
στον πληθ. τὰ χρώματα
(στο Βυζ.) οι φατρίες τών Πράσινων και τών Βένετων στον Ιππόδρομο της Κωνσταντινούπολης
αρχ.
1. το δέρμα, η επιδερμίδα
2. χρωστική ρίζα φυτού της Συρίας
3. η απόχρωση στη λάμψη τών ουράνιων σωμάτων
4. (κατά τον Ησύχ.) «χρῶμα
φρυαγμός, ὁρμή, θράσος».
[ΕΤΥΜΟΛ. < θ. χρω- της λ. χρώς «χρώμα» + κατάλ. -μα (πρβλ. δρᾶ-μα)].

Greek Monotonic

χρῶμα: -ατος, τό,
1. επιφάνεια ενός σώματος, ανθρώπινη επιδερμίδα· το χρώμα του δέρματος, σε Ηρόδ.· χρῶμα ἀλλάσσειν, σε Ευρ.· μεθιστάναι τοῦ χρώματος, σε Αριστοφ.
2. γενικά, χρώμα, σε Πλάτ., Ξεν.· μεταφ. σε πληθ., στολίδια, ποικίλματα, σε Πλάτ.· λέγεται για τη μουσική, στον ίδ.

Russian (Dvoretsky)

χρῶμα: ατος τό
1) поверхность тела, кожа, преимущ. цвет кожи: μέλας χ. (acc.) или κατὰ τὸ χ. Her. с черным цветом кожи, чернокожий; χ. οὐκ ἀλλάσσειν Eur. не меняться в лице, т. е. оставаться невозмутимым; οὐ μεθίστησι τοῦ χρώματος Arph. он и не краснеет (от стыда); παντοδαπὰ χρώματα ἀφιέναι ὑπό τινος Plat. поминутно меняться в лице вследствие чего-л.;
2) краска (χρώματα καὶ ὀσμαί Plat.; χρωμάτων κρᾶσις Arst., Luc.): διὰ χρωμάτων ἀπεικάζειν τι Xen. изображать что-л. в красках; ἐναλείφειν τοῖς χρώμασί τι Arst. раскрашивать (точнее класть краски на) что-л.;
3) окраска, цвет (τοῦ πυρὸς χ. Arst.): τὰς τῶν χρωμάτων λαμβάνειν μεταβολάς Arst. менять окраску; ἄλλα χρώματα βάπτειν Plat. окрашивать в другие цвета;
4) перен. колорит, оттенок, модуляция (τὰ τῆς μουσικῆς χρώματα Plat.): χ. ἤθους Plut. душевное своеобразие;
5) муз. хроматический строй, хроматизм Plut., Sext.

Middle Liddell

χρῶμα, ατος, τό,
1. the surface, skin: the colour of the skin, the complexion, Hdt.; χρῶμα ἀλλάσσειν Eur.; μεθιστάναι τοῦ χρώματος Ar.
2. generally, colour, Plat., Xen.:—metaph. in pl. ornaments, embellishments, Plat.; embellishments in music, Plat.

Frisk Etymology German

χρῶμα: χρώς
{khrō̃ma}
See also: s. χρόα.
Page 2,1123