Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ολόγυρος

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander

Greek Monolingual

-η, -ο (ΑΜ ὁλόγυρος, -ον)
στρογγυλός, κυκλοτερής, κυκλικός.
επίρρ...
ολόγυρα και ολόυρα (Α ὁλογύρως)
γύρω γύρω, από όλα τα μέρη.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ὁλ(ο)- + γύρος].