Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ούρο

Ἔρως ἀνίκατε μάχαν -> O love, invincible in battle!
Sophocles, Antigone, 781

Greek Monolingual

το (ΑΜ oὖρον)
συν. στον πληθ. τα ούρα
λεπτόρρευστο ή παχύρρευστο διάλυμα τών άχρηστων προϊόντων του μεταβολισμού και ορισμένων άλλων, συχνά τοξικών, ουσιών, τα οποία απομακρύνονται από την κυκλοφορία του αίματος και απεκκρίνονται από τον οργανισμό.
[ΕΤΥΜΟΛ. Υποχωρητ. σχημ. από το ρ. οὐρῶ].