Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ούρο

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a

Greek Monolingual

το (ΑΜ oὖρον)
συν. στον πληθ. τα ούρα
λεπτόρρευστο ή παχύρρευστο διάλυμα τών άχρηστων προϊόντων του μεταβολισμού και ορισμένων άλλων, συχνά τοξικών, ουσιών, τα οποία απομακρύνονται από την κυκλοφορία του αίματος και απεκκρίνονται από τον οργανισμό.
[ΕΤΥΜΟΛ. Υποχωρητ. σχημ. από το ρ. οὐρῶ].