Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

διάλυμα

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander

Greek Monolingual

το
υγρό που προήλθε από τη διάλυση στερεού σώματος μέσα σε διαλυτικό μέσο.
[ΕΤΥΜΟΛ. < διαλύω. Η λ. μαρτυρείται από το 1812 στον Κ. Κούμα].