Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

διάλυμα

Δύο γὰρ, ἐπιστήμη τε καὶ δόξα, ὧν τὸ μὲν ἐπίστασθαι ποιέει, τὸ δὲ ἀγνοεῖν.
Hippocrates

Greek Monolingual

το
υγρό που προήλθε από τη διάλυση στερεού σώματος μέσα σε διαλυτικό μέσο.
[ΕΤΥΜΟΛ. < διαλύω. Η λ. μαρτυρείται από το 1812 στον Κ. Κούμα].