Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

παραληρώ

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.

Greek Monolingual

-έω, ΝΑ
λέω ανοησίες ή ασυναρτησίες, φλυαρώ χωρίς νόημα, παραμιλώ, παραλαλώ
νεοελλ.
1. ιατρ. έχω παραλήρημα, πάσχω από παραλήρημα
2. μτφ. κυριεύομαι από φρενίτιδα ενθουσιασμού.
[ΕΤΥΜΟΛ. < παρ(α)- + ληρῶ «μιλώ ανόητα, παραμιλώ»].