Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

παρθενόλυτος

Ἐδιζησάμην ἐμεωυτόν -> I searched out myself
Heraclitus, fr. 101B

Greek (Liddell-Scott)

παρθενόλῠτος: -ον, ὁ λύων τὴν παρθενίαν, παρθενολύτων... γάμων Ἰσιδώρου Πηλουσ. Ἐπιστ. 2, 99

Greek Monolingual

ὁ, Α
(ενν. γάμος) αυτός που καταστρέφει ή διαλύει την παρθενία.
[ΕΤΥΜΟΛ. < παρθένος + λύω].