Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

παρθενία

Φιλοκαλοῦμέν τε γὰρ μετ' εὐτελείας καὶ φιλοσοφοῦμεν ἄνευ μαλακίας -> Our love of what is beautiful does not lead to extravagance; our love of the things of the mind does not makes us soft.
Τhucydides, 2.40.1
Full diacritics: παρθενία Medium diacritics: παρθενία Low diacritics: παρθενία Capitals: ΠΑΡΘΕΝΙΑ
Transliteration A: parthenía Transliteration B: parthenia Transliteration C: parthenia Beta Code: parqeni/a

English (LSJ)

ἡ,

   A = παρθενεία (q. v.).    II old name of Samos, Arist.Fr.570.

German (Pape)

[Seite 521] ἡ, = παρθενεία; Pind. I. 7, 45; Aesch. Prom. 898; Eur. Phoen. 1494; παρθενίη καὶ λέκτρον ἀκήρατον, Ap. Rh. 2, 502; Sp. auch in Prosa, Plut. Brut. 13.

Greek (Liddell-Scott)

παρθενία: ἡ, = παρθενεία, ὃ ἴδε. ΙΙ. ἀρχαῖον ὄνομα τῆς Σάμου, Ἀριστ. Ἀποσπ. 529.

French (Bailly abrégé)

ας (ἡ) :
virginité.
Étymologie: παρθένος.

English (Slater)

παρθενία
   1 virginity “ἐρατὸν λύοι κεν χαλινὸν ὑφ' ἥρωι παρθενίας” (sc. Θέτις) (I. 8.45)

English (Strong)

from παρθένος; maidenhood: virginity.

Greek Monolingual

και παρθενιά, η / παρθενία και επικ. τ. παρθενίη, ΝΜΑ παρθένος
η ιδιότητα ή η κατάσταση της γυναίκας που είναι παρθένα, που δεν έχει έλθει ακόμα σε σαρκική επαφή με άντρα
νεοελλ.
1. η απουσία κάθε πονηρής σκέψης ή διάθεσης, αγνότητα («η παρθενία της ψυχής»)
2. συνεκδ. ο παρθενικός υμένας
3. φρ. «παίρνω την παρθενιά»
α) διακορεύω
β) μτφ. γεύομαι ή χρησιμοποιώ πρώτος, κάνω πρώτος την αρχή
αρχ.
αρχαία ονομασία της Σάμου.

Greek Monotonic

παρθενία: ἡ, = παρθενεία, σε Πίνδ., Αισχύλ., Ευρ.

Russian (Dvoretsky)

παρθενία: ἡ девичество Pind., Aesch., Eur.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

παρθενία en παρθενεία -ας, ἡ, Ion. παρθενίη [παρθένος] ongehuwde staat (van een meisje).

Middle Liddell

παρθενία, ἡ, = παρθενεία, Pind., Aesch., Eur.]