Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

στοματόκλειστρο

Φοβοῦ τὸ γῆρας, οὐ γὰρ ἔρχεται μόνον -> Fear old age, for it never comes alone
Menander

Greek Monolingual

το, Ν
το άκρο του αεραγωγού σωλήνα τών μηχανημάτων κατάδυσης που εφαρμόζεται στο στόμα του δύτη.
[ΕΤΥΜΟΛ. < στόμα, -ατος + κλείστρο (< κλείω [I])].