Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

συνομολόγηση

Ἐδιζησάμην ἐμεωυτόν -> I searched out myself
Heraclitus, fr. 101B

Greek Monolingual

η, Ν
1. αμοιβαία ομολογία
2. σύναψη συμφωνίας, σύναψη σύμβασης.
[ΕΤΥΜΟΛ. < συνομολογώ. Η λ., στον λόγιο τ. συνομολόγησις, μαρτυρείται από το 1833 στους Ελληνικούς Κώδικες].