Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

συνωστίζομαι

Ἓν οἶδα, ὅτι οὐδὲν οἶδα –> I know only one thing, that I know nothing | all I know is that I know nothing.
Diogenes Laertius, Lives of the Philosophers, Book 2 sec. 32.

Greek Monolingual

Ν
(ιδίως για πρόσ.) συνωθούμαι, στρυμώχνομαι.
[ΕΤΥΜΟΛ. < συν- + ὠστός, ρηματ. επιθ. του ρ. ὠθῶ + ρηματ. κατάλ. -ίζω. Η λ. μαρτυρείται από το 1887 στην εφημερίδα Ακρόπολις].