Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

εφημερίδα

Φιλοκαλοῦμέν τε γὰρ μετ' εὐτελείας καὶ φιλοσοφοῦμεν ἄνευ μαλακίας -> Our love of what is beautiful does not lead to extravagance; our love of the things of the mind does not makes us soft.
Τhucydides, 2.40.1

Greek Monolingual

η (ΑΜ ἐφημερίς)
νεοελλ.
1. φρ. «αστρονομικές εφημερίδες» — βιβλία που περιέχουν διάφορα στοιχεία χρήσιμα για τις αστρονομικές παρατηρήσεις
νεοελλ.-μσν.
έντυπο με ειδήσεις, σχόλια, άρθρα, αγγελίες, διαφημίσεις και άλλη ύλη, που εκδίδεται και κυκλοφορεί συνήθως καθημερινά ή και κατά αραιότερα χρονικά διαστήματα
μσν.-αρχ.
ημερολόγιο
αρχ.
1. μητρώο ή αρχείο (όπως αυτό που τηρούσε το επιτελείο του Μεγάλου Αλεξάνδρου)
2. κατάλογος, κατάστιχο
3. βιβλίο λογαριασμών, δεφτέρι
4. καθολικό, εμπορικό βιβλίο
5. τάξη ιερέων που τελούσαν ιεροτελεστία στον ναό της Ιερουσαλήμ κάθε εβδομάδα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < εφήμερος / εφημέριος (< επί + ἡμέρα)].