Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

σωθικά

Ἓν οἶδα, ὅτι οὐδὲν οἶδα –> I know only one thing, that I know nothing | all I know is that I know nothing.
Diogenes Laertius, Lives of the Philosophers, Book 2 sec. 32.

Greek Monolingual

τα, Ν
1. τα σπλάγχνα, τα εντόσθια
2. φρ. «μού τρώει [ή μού καίει] τα σωθικά» — μέ βασανίζει πάρα πολύ, με φθείρει σωματικά και ψυχικά.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ἐσωθικά, πληθ. ουδ. ενός επιθ. ἐσωθικός < ἔσωθεν, με σίγηση του αρκτικού άτονου ε-].