Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

σύρραξη

Φοβοῦ τὸ γῆρας, οὐ γὰρ ἔρχεται μόνον -> Fear old age, for it never comes alone
Menander

Greek Monolingual

η / σύρραξις, -άξεως, ΝΜΑ συρράσσω
βίαιη σύγκρουση μεταξύ προσώπων ή πραγμάτων
νεοελλ.
ένοπλη σύγκρουση, πόλεμος.