τέτριγα

From LSJ

ἰσότης φιλότητα ἀπεργάζεται → equality leads to friendship

Source

French (Bailly abrégé)

pf. de τρίζω.

Russian (Dvoretsky)

τέτρῑγα: pf. 2 (преимущ. со знач. praes.) к τρίζω.