Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ταλαιπωρώ

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander

Greek Monolingual

ταλαιπωρῶ, -έω, ΝΜΑ ταλαίπωρος
1. κάνω κάποιον να υποφέρει σωματικά ή ψυχικά, καταπονώ, βασανίζω (α. «αυτή η αρρώστια τον ταλαιπωρεί χρόνια τώρα» β. «ὁ πόλεμος πάντας τρόπους τεταλαιπώρηκεν ἡμᾱς», Ισοκρ.)
2. παθ. ταλαιπωρούμαι και ταλαιπωροῡμαι, -έομαι
α) υφίσταμαι ταλαιπωρίες
β) καταπονούμαι, εξαντλούμαι
αρχ.
1. (με δοτ.) υποφέρω από κάτι («ἐλπίσι κεναῑς ταλαιπωρεῑν», Πολύστρ.)
2. (με απρμφ.) ενδίδω στο να κάνω κάτι, υποτάσσομαι
3. (αμτβ.) υπομένω κόπους και βάσανα.