Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

τώρα

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a

Greek Monolingual

ΝΑ
επίρρ. αυτή την ώρα, αυτή τη στιγμήτώρα Μάγια, τώρα δροσιά, τώρ' άνοιξη κι αηδόνια», δημ. τραγούδι)
νεοελλ.
1. πριν ή μετά από λίγο («τώρα θα φύγω»)
2. φρ. α) «από [τα] τώρα» — από τόσο νωρίς
β) «έως τώρα» — μέχρι αυτήν την ώρα, μέχρι αυτήν τη στιγμή
γ) «τώρα και άλλη μια φορά» — λέγεται για πράγμα ή γεγονός που έχει ήδη γίνει («γύρισες κιόλας; — Τώρα και άλλη μια φορά»).
[ΕΤΥΜΟΛ. Το επίρρ. έχει σχηματιστεί με κράση από την αρχ. φρ. τῇ ὥρα (ταύτῃ), ενώ, κατ' άλλους, τῇ ὥρα > τὸ ὥρα (κατ' επίδραση τών: τὸ νῦν, τὸ σήμερον, τήμερον) > τώρα].