Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

υδατοστεγής

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883

Greek Monolingual

-ές, Ν
αδιαπέρατος από το νερό, στεγανός, υδροστεγής.
επίρρ...
υδατοστεγώς
με υδατοστεγή τρόπο.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ύδωρ, ύδατος + -στέγης (< στέγος < στέγω), πρβλ. αερο-στεγής. Η λ., μαρτυρείται από το 1873 στον Αιμ. Νοννότη].