Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

χορήγηση

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.

Greek Monolingual

η / χορήγησις, -ήσεως, ΝΜΑ χορηγώ
νεοελλ.
1. η ενέργεια του χορηγώ
2. φρ. «τραπεζικές χορηγήσεις» — τα πάσης φύσεως δάνεια που δίνουν οι τράπεζες στους πελάτες τους
μσν.-αρχ.
καταβολή τών δαπανών
αρχ.
1. δαπάνη
2. προμήθεια, εφόδιο.