Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

χορήγηση

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883

Greek Monolingual

η / χορήγησις, -ήσεως, ΝΜΑ χορηγώ
νεοελλ.
1. η ενέργεια του χορηγώ
2. φρ. «τραπεζικές χορηγήσεις» — τα πάσης φύσεως δάνεια που δίνουν οι τράπεζες στους πελάτες τους
μσν.-αρχ.
καταβολή τών δαπανών
αρχ.
1. δαπάνη
2. προμήθεια, εφόδιο.