Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

χρονάρχης

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander

Greek (Liddell-Scott)

χρονάρχης: ὁ θεὸς, ὁ ἀρχηγὸς τοῦ χρόνου, Θ. Λασκ. σ. 766, ἔκδ. Mi.

Greek Monolingual

και χρονοάρχης, ὁ, Μ
(για τον θεό) ο κυρίαρχος του χρόνου.
[ΕΤΥΜΟΛ. < χρόνος + -άρχης].