Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ψιλοτοπαρχία

Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels

German (Pape)

[Seite 1400] ἡ, Aufsicht über ein unbepflanztes Feld, ein ägyptisches obrigkeitliches Amt, s. Böckh's Erkl. einer ägypt. Urkunde auf Papyrus p. 18.

Greek (Liddell-Scott)

ψῑλοτοπαρχία: ἡ, ἐποπτεία ἐπὶ τόπου ἀφυτεύτου, (ψιλοῦ τόπου), ἀξίωμά τι ἐν Αἰγύπτῳ Böckh. Aeg. Ulkund. σ. 18.

Greek Monolingual

ἡ, Α
εποπτεία σε άδενδρο τόπο.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ψιλός + τοπαρχία.