Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἡγεμονίς

Δύο γὰρ, ἐπιστήμη τε καὶ δόξα, ὧν τὸ μὲν ἐπίστασθαι ποιέει, τὸ δὲ ἀγνοεῖν.
Hippocrates
Full diacritics: ἡγεμονίς Medium diacritics: ἡγεμονίς Low diacritics: ηγεμονίς Capitals: ΗΓΕΜΟΝΙΣ
Transliteration A: hēgemonís Transliteration B: hēgemonis Transliteration C: igemonis Beta Code: h(gemoni/s

English (LSJ)

ίδος, ἡ, fem. of ἡγεμών,

   A imperial, πόλεις Str.8.6.10, cf. CIG2721 (Stratonicea); γῆ App.BC2.65: metaph., δικαιοσύνη ἡ ἐν ἀρεταῖς ἡ. Ph.2.5; αἰσθήσεων ἡ. ὅρασις Id.2.24.

German (Pape)

[Seite 1150] ίδος, ἡ, fem. zu ἡγεμών, Führerinn, Herrscherinn, Sp., bes. adj., πόλις Strab. VIII, 372; γῆ App. B. C. 2, 65.

Greek (Liddell-Scott)

ἡγεμονίς: -ίδος, ἡ, θηλ. τοῦ ἡγεμών, ἡγεμονική, ἄρχουσα, πρώτη, κυρίαρχος, πόλις, Στράβων 372, Συλλ. Ἐπιγρ. 2721· γῆ, Ἀππ. Ἐμφυλ. 2. 65.

Greek Monolingual

ἡγεμονίς, ποιητ. τ. ἡγεμονηΐς, ἡ (Α)
(θηλ. του ἡγεμών)
1. αυτή που άρχει, πρώτη, κυρίαρχος, προεξάρχουσα («ἡγεμονίδες πόλεις», Στράβ.)
2. (και μτφ.) αυτή που προεξάρχει, που είναι πρώτη («δικαιοσύνη ἡ ἐν ἀρεταῑς ἡγεμονίς», Φιλ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. Μτγν. και σπάνιο παράγ. του ηγεμών, -όνος].