ὑφαντέον
From LSJ
Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ → The unexamined life is not worth living
Greek (Liddell-Scott)
ὑφαντέον: ῥημ. ἐπίθ., πρέπει τις νὰ ὑφάνῃ, ἢ μεταφορ., νὰ συνθέσῃ, νὰ συγγράψῃ, μυθολογητέον αὐτοῖς καὶ ὑφαντέον Θεοδωρήτου Ἑλληνικῶν Θεραπευτικὴ Παθημάτων σ. 122, 23 Caisf.