Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

μικρότητα

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883

Greek Monolingual

και σμικρότητα, η (ΑΜ μικρότης και σμικρότης, Μ και μικρότητα μικρός
η ιδιότητα του μικρού, το να είναι κάποιος ή κάτι μικρός ή μικρό ως προς τις διαστάσεις ή την ποσότητα ή τη δύναμηἀνάγκη δὲ προαιρεῑσθαι τῶν εὐεργεσιών μὴ τὰς διὰ μικρότητα διαλαθούσας καὶ κατασιωπηθείσας», Ισοκρ.)
νεοελλ.
μτφ. το να είναι κάποιος μικρός ως προς την ψυχή ή το φρόνημα, αναξιοπρέπεια, μικροπρέπεια, προστυχιά
αρχ.
1. (για τη φωνή) αδυναμία, ατονία, ισχνότητα
2. (για άνεμο) ελαφρότητα, απαλότητα
3. (για ύφος) το τετριμμένο, η κοινοτοπία.