Anonymous

ἴδρις: Difference between revisions

From LSJ
5
(17)
(5)
Line 27: Line 27:
{{grml
{{grml
|mltxt=[[ἴδρις]], -ι (Α)<br /><b>1.</b> ο [[πεπειραμένος]], ο [[γνώστης]] («[[ἀνήρ]] [[ἴδρις]]», <b>Ομ. Οδ.</b>)<br /><b>2.</b> <b>ως ουσ.</b> α) ο [[προνοητικός]]<br />β) το [[μυρμήγκι]] («[[ἴδρις]] σωρόν ἀμᾱται», <b>Ησίοδ.</b>).<br />[<b><span style="color: brown;">ΕΤΥΜΟΛ.</span></b> Η λ. [[ίδρις]] (<span style="color: red;"><</span> <i>Fιδ</i>-<i>ρις</i>) αποτελεί παρ. του ρ. [[οίδα]] «[[γνωρίζω]]», εμφανίζει τη μηδενισμένη [[βαθμίδα]] (<i>F</i>)<i>ιδ</i>- της ρίζας <i>Fειδ</i>- (<b>[[πρβλ]].</b> [[είδος]]) και συνδέεται με τον αρχ. νορβηγικό τ. <i>vitr</i> «[[έξυπνος]]»].
|mltxt=[[ἴδρις]], -ι (Α)<br /><b>1.</b> ο [[πεπειραμένος]], ο [[γνώστης]] («[[ἀνήρ]] [[ἴδρις]]», <b>Ομ. Οδ.</b>)<br /><b>2.</b> <b>ως ουσ.</b> α) ο [[προνοητικός]]<br />β) το [[μυρμήγκι]] («[[ἴδρις]] σωρόν ἀμᾱται», <b>Ησίοδ.</b>).<br />[<b><span style="color: brown;">ΕΤΥΜΟΛ.</span></b> Η λ. [[ίδρις]] (<span style="color: red;"><</span> <i>Fιδ</i>-<i>ρις</i>) αποτελεί παρ. του ρ. [[οίδα]] «[[γνωρίζω]]», εμφανίζει τη μηδενισμένη [[βαθμίδα]] (<i>F</i>)<i>ιδ</i>- της ρίζας <i>Fειδ</i>- (<b>[[πρβλ]].</b> [[είδος]]) και συνδέεται με τον αρχ. νορβηγικό τ. <i>vitr</i> «[[έξυπνος]]»].
}}
{{lsm
|lsmtext='''ἴδρις:''' γεν. <i>ἴδριος</i>, Αττ. <i>ἴδρεως</i>, <i>ὁ</i>, <i>ἡ</i>, ουδ. <i>ἴδρι</i>, κλητ. <i>ἴδρι</i>, πληθ. <i>ἴδριες</i> ([[ἴδμεν]])·<br /><b class="num">1.</b> [[έμπειρος]], ειδήμων, [[ικανός]], σε Ομήρ. Οδ.· με γεν. πράγμ., σε Ηρόδ., Τραγ. κ.λπ.· με απαρ., γνωρίζοντας ([[κανείς]]) πώς να πράξει, σε Ομήρ. Οδ.<br /><b class="num">2.</b> [[ἴδρις]], μόνο στο «Έργα και Ημέραι» του Ησιόδου (στ. 776), [[προνοητικός]], δηλ. το [[μυρμήγκι]], σε Ησίοδ.
}}
}}