Anonymous

ἀσκητός: Difference between revisions

From LSJ
3
(6)
(3)
Line 27: Line 27:
{{grml
{{grml
|mltxt=[[ἀσκητός]], -ή, -όν (Α) [[ασκώ]]<br /><b>1.</b> ο [[περίτεχνος]], αυτός που έχει κατασκευαστεί με [[δεξιοτεχνία]]<br /><b>2.</b> ο στολισμένος<br /><b>3.</b> αυτός που επιτυγχάνεται με την [[εξάσκηση]]<br /><b>4.</b> ο γυμνασμένος, όποιος έχει εξασκηθεί σε [[κάτι]].
|mltxt=[[ἀσκητός]], -ή, -όν (Α) [[ασκώ]]<br /><b>1.</b> ο [[περίτεχνος]], αυτός που έχει κατασκευαστεί με [[δεξιοτεχνία]]<br /><b>2.</b> ο στολισμένος<br /><b>3.</b> αυτός που επιτυγχάνεται με την [[εξάσκηση]]<br /><b>4.</b> ο γυμνασμένος, όποιος έχει εξασκηθεί σε [[κάτι]].
}}
{{lsm
|lsmtext='''ἀσκητός:''' -ή, -όν ([[ἀσκέω]]),<br /><b class="num">I. 1.</b> κατεργασμένος, [[ψιλοδουλεμένος]], σε Ομήρ. Οδ.· ο διακοσμημένος, <i>πέπλῳ</i>, με [[ένδυμα]], πέπλο, σε Θεόκρ.<br /><b class="num">2.</b> αυτός που μπορεί να αποκτηθεί με [[άσκηση]], σε Πλάτ., Ξεν.<br /><b class="num">II.</b> λέγεται για πρόσωπα, εκπαιδευμένος, εξασκημένος σ' ένα [[πράγμα]], με δοτ., σε Πλούτ.
}}
}}