Anonymous

αὐτουργία: Difference between revisions

From LSJ
3
(7)
(3)
Line 24: Line 24:
{{grml
{{grml
|mltxt=η (AM [[αὐτουργία]]) [[αυτουργός]]<br /><b>νεοελλ.</b><br /><b>1.</b> η [[ενέργεια]] ή [[παράλειψη]] κάποιου με την οποία πραγματώνεται η αντικειμενική [[υπόσταση]] ενός εγκλήματος<br /><b>2.</b> <b>φρ.</b> «[[ηθική]] [[αυτουργία]]» — η [[παρακίνηση]], η [[παρότρυνση]] που ώθησε τον δράστη να γίνει [[αυτουργός]] του αδικήματος<br />(αρχ.μσν.) το να εργάζεται [[κανείς]] προσωπικά στα κτήματά του, [[αυτοκαλλιέργεια]]<br /><b>αρχ.</b><br />[[πείρα]].
|mltxt=η (AM [[αὐτουργία]]) [[αυτουργός]]<br /><b>νεοελλ.</b><br /><b>1.</b> η [[ενέργεια]] ή [[παράλειψη]] κάποιου με την οποία πραγματώνεται η αντικειμενική [[υπόσταση]] ενός εγκλήματος<br /><b>2.</b> <b>φρ.</b> «[[ηθική]] [[αυτουργία]]» — η [[παρακίνηση]], η [[παρότρυνση]] που ώθησε τον δράστη να γίνει [[αυτουργός]] του αδικήματος<br />(αρχ.μσν.) το να εργάζεται [[κανείς]] προσωπικά στα κτήματά του, [[αυτοκαλλιέργεια]]<br /><b>αρχ.</b><br />[[πείρα]].
}}
{{lsm
|lsmtext='''αὐτουργία:''' ἡ,<br /><b class="num">I.</b> το να κάνει [[κανείς]] [[κάτι]] σε κάποιον με τα [[ίδια]] του χέρια, δηλ. αυτός που σκοτώνει τον εαυτό του ή κάποιο συγγενή του, σε Αισχύλ.<br /><b class="num">II.</b> προσωπική [[εργασία]], αντίθ. προς την [[εργασία]] των [[δούλων]], σε Πλούτ.
}}
}}