Anonymous

κάθημαι: Difference between revisions

From LSJ
5
(18)
(5)
Line 36: Line 36:
{{grml
{{grml
|mltxt=(AM [[κάθημαι]])<br /><b>βλ.</b> [[κάθομαι]].
|mltxt=(AM [[κάθημαι]])<br /><b>βλ.</b> [[κάθομαι]].
}}
{{lsm
|lsmtext='''κάθημαι:''' Ιων. κατ-· βʹ ενικ. <i>κάθησαι</i> ή [[κάθῃ]], σε Ιων. γʹ πληθ. [[κατέαται]]· προστ. [[κάθησο]] ή [[καθοῦ]], γʹ ενικ. <i>καθήσθω</i>· ευκτ. [[καθοίμην]], απαρ. [[καθῆσθαι]], μτχ. <i>καθήμενος</i>, παρατ. [[ἐκαθήμην]], Ιων. γʹ πληθ. [[ἐκατέατο]]· [[αλλά]] επίσης [[χωρίς]] συλλαβική [[αύξηση]], [[καθῆστο]] ή [[καθῆτο]]· Ιων. [[κατῆστο]], Επικ. γʹ πληθ. [[καθείατο]], Ιων. [[κατέατο]]·<br /><b class="num">1.</b> [[κάθομαι]], σε Όμηρ. κ.λπ.<br /><b class="num">2.</b> [[συνεδριάζω]] στο δικαστήριο, σε Αριστοφ.· <i>οἱ καθήμενοι</i>, οι δικαστές, το δικαστήριο, σε Θουκ. κ.λπ.<br /><b class="num">3.</b> [[κάθομαι]] [[ακίνητος]], [[κάθομαι]] [[ήσυχος]], Λατ. desidere, σε Όμηρ., Ηρόδ.· με αρνητική [[σημασία]], [[κάθομαι]] ή [[μένω]] [[άπραγος]], σε Ομήρ. Ιλ. κ.λπ.<br /><b class="num">4.</b> λέγεται για [[στράτευμα]] που πολιορκείται, [[κάθομαι]] ή [[παραμένω]] [[μπροστά]] από [[μία]] [[θέση]], σε Ευρ., Θουκ.<br /><b class="num">5.</b> [[διάγω]] καθιστική [[ζωή]], σε Ηρόδ., Αισχύλ. κ.λπ.<br /><b class="num">6.</b> λέγεται για ανθρώπους, εγκαθίσταμαι, σε Ηρόδ.
}}
}}