Anonymous

διαλαμβάνω: Difference between revisions

From LSJ
1b
(3)
(1b)
Line 27: Line 27:
{{lsm
{{lsm
|lsmtext='''διαλαμβάνω:''' μέλ. -[[λήψομαι]], αόρ. βʹ <i>διέλᾰβον</i>, παρακ. [[διείληφα]], Παθ. παρακ. <i>-είλημμαι</i> ή -[[λέλημμαι]], Ιων. -[[λέλαμμαι]]·<br /><b class="num">I.</b> [[λαμβάνω]], [[παίρνω]] ή [[δέχομαι]] [[χωριστά]], δηλ. ο [[καθένας]] παίρνει για τον εαυτό του, ο [[καθένας]] παίρνει το μερίδιό του, σε Ξεν. κ.λπ.<br /><b class="num">II. 1.</b> [[πιάνω]] ή [[αρπάζω]] ξεχωριστά, <i>διαλαβόντες τὰςχεῖρας καὶ τοὺς [[πόδας]]</i>, σε Ηρόδ.· γενικά, [[πιάνω]], [[αρπάζω]], [[δράττομαι]], [[συλλαμβάνω]], <i>τινά</i>, στον ίδ.<br /><b class="num">2.</b> ως όρος της γυμναστικής, [[πιάνω]] από τη [[μέση]], [[κρατώ]] γερά με [[λαβή]], σε Αριστοφ.· μεταφ., λέγεται για τη [[ψυχή]], <i>διειλημμένη ὑπὸ τοῦ σωματοειδοῦς</i>, σε Πλάτ.<br /><b class="num">III. 1.</b> [[διαιρώ]], [[διαχωρίζω]], <i>τὸν ποταμὸν ἐς τριηκοσίας διώρυχας δ</i>., σε Ηρόδ. — Παθ., ποταμὸς [[διαλελαμμένος]] [[πενταχοῦ]], διαιρεμένος σε [[πέντε]] κανάλια, διώρυγες, στον ίδ.· θώρακες διειλημμένοι τὸ [[βάρος]], θώρακες που έχουν το [[βάρος]] τους κατανεμημένο, σε Ξεν.<br /><b class="num">2.</b> [[σημειώνω]] κατά διαστήματα, σε Ψήφ. [[παρά]] Δημ.<br /><b class="num">3.</b> [[κόβω]], [[αποκόπτω]], [[διαχωρίζω]], [[διακόπτω]], σε Θουκ.<br /><b class="num">4.</b> [[χαράσσω]] [[γραμμή]], [[σημειώνω]], [[διακρίνω]] — Παθ., <i>χρώμασι διειλημμένη</i>, ευδιάκριτη, σημειωμένη, με [[ποικιλία]] χρωμάτων, σε Πλάτ.<br /><b class="num">5.</b> [[ξεχωρίζω]] στη [[σκέψη]], [[διακρίνω]] στο [[μυαλό]], στον ίδ.· [[εκθέτω]], [[διατυπώνω]], [[αναπτύσσω]] με [[σαφήνεια]], [[παρά]] Δημ.
|lsmtext='''διαλαμβάνω:''' μέλ. -[[λήψομαι]], αόρ. βʹ <i>διέλᾰβον</i>, παρακ. [[διείληφα]], Παθ. παρακ. <i>-είλημμαι</i> ή -[[λέλημμαι]], Ιων. -[[λέλαμμαι]]·<br /><b class="num">I.</b> [[λαμβάνω]], [[παίρνω]] ή [[δέχομαι]] [[χωριστά]], δηλ. ο [[καθένας]] παίρνει για τον εαυτό του, ο [[καθένας]] παίρνει το μερίδιό του, σε Ξεν. κ.λπ.<br /><b class="num">II. 1.</b> [[πιάνω]] ή [[αρπάζω]] ξεχωριστά, <i>διαλαβόντες τὰςχεῖρας καὶ τοὺς [[πόδας]]</i>, σε Ηρόδ.· γενικά, [[πιάνω]], [[αρπάζω]], [[δράττομαι]], [[συλλαμβάνω]], <i>τινά</i>, στον ίδ.<br /><b class="num">2.</b> ως όρος της γυμναστικής, [[πιάνω]] από τη [[μέση]], [[κρατώ]] γερά με [[λαβή]], σε Αριστοφ.· μεταφ., λέγεται για τη [[ψυχή]], <i>διειλημμένη ὑπὸ τοῦ σωματοειδοῦς</i>, σε Πλάτ.<br /><b class="num">III. 1.</b> [[διαιρώ]], [[διαχωρίζω]], <i>τὸν ποταμὸν ἐς τριηκοσίας διώρυχας δ</i>., σε Ηρόδ. — Παθ., ποταμὸς [[διαλελαμμένος]] [[πενταχοῦ]], διαιρεμένος σε [[πέντε]] κανάλια, διώρυγες, στον ίδ.· θώρακες διειλημμένοι τὸ [[βάρος]], θώρακες που έχουν το [[βάρος]] τους κατανεμημένο, σε Ξεν.<br /><b class="num">2.</b> [[σημειώνω]] κατά διαστήματα, σε Ψήφ. [[παρά]] Δημ.<br /><b class="num">3.</b> [[κόβω]], [[αποκόπτω]], [[διαχωρίζω]], [[διακόπτω]], σε Θουκ.<br /><b class="num">4.</b> [[χαράσσω]] [[γραμμή]], [[σημειώνω]], [[διακρίνω]] — Παθ., <i>χρώμασι διειλημμένη</i>, ευδιάκριτη, σημειωμένη, με [[ποικιλία]] χρωμάτων, σε Πλάτ.<br /><b class="num">5.</b> [[ξεχωρίζω]] στη [[σκέψη]], [[διακρίνω]] στο [[μυαλό]], στον ίδ.· [[εκθέτω]], [[διατυπώνω]], [[αναπτύσσω]] με [[σαφήνεια]], [[παρά]] Δημ.
}}
{{elru
|elrutext='''διαλαμβάνω:''' (fut. διαλήψομαι, aor. 2 διέλαβον, pf. [[διείληφα]])<br /><b class="num">1)</b> схватывать поперек, охватывать (τινά Her.): διαλαβὼν τὸ [[δόρυ]] Plut. с копьем наперевес;<br /><b class="num">2)</b> перехватывать, перерезывать, преграждать (τάφρῳ καὶ χάρακι τὰ μεταξὺ τῶν στρατοπέδων Polyb.; [[χώρα]] χαράδραις διειλημμένη Diod.);<br /><b class="num">3)</b> захватывать, занимать (τὰ στενόπορα Thuc.; φυλακαῖς τὰς ὁδούς Polyb.; τῷ στόλῳ τὴν θάλασσαν Plut.);<br /><b class="num">4)</b> окружать, оцеплять, укреплять (τείχη πύργοις и φυλακτηρίοις Arst.);<br /><b class="num">5)</b> прерывать, перемежать ([[κίνησις]] στάσει διαλαμβάνεται Arst.): ἐν τῷ ἑκὼν διαλαβεῖν Plat. сделать остановку на слове «ἕκων», т. е. произнести его с ударением;<br /><b class="num">6)</b> размечать, размежевывать (στήλαις τοὺς ὅρους Dem.);<br /><b class="num">7)</b> разделять (τὸν ἀριθμὸν [[δίχα]] Plat.; πάντας εἰς [[δύο]] Arst.; κατὰ [[μέρος]] τὸ [[ἔργον]] Plut.): ποταμὸς [[διαλελαμμένος]] [[πενταχοῦ]] Her. река, разделенная на пять рукавов;<br /><b class="num">8)</b> распределять (τὴν σύμπασαν ἀρχὴν κατὰ ἔθνη Arst.): θώρακες διειλημμένοι τὸ [[βάρος]] Xen. панцыри, с (равномерно по всему телу) распределенным весом;<br /><b class="num">9)</b> получать по распределению (κατ᾽ ὀβολὸν τοὺς ἄρτους Dem.): [[ἵνα]] διαλαμβάνοιεν ἕκαστοι τὰ ἄξια Xen. чтобы каждый получил должное;<br /><b class="num">10)</b> разукрашивать (γῆ χρώμασι διειλημμένη Plat.; λειμῶνες φυτοῖς διειλημμένοι Luc.);<br /><b class="num">11)</b> различать, обособлять (διαλαβεῖν καὶ [[διελεῖν]] τὸ τιμιώτερον καὶ τὸ ἀτιμότερον Arst.);<br /><b class="num">12)</b> схватывать, понимать, постигать (τοῖς διανοήμασί τι Plat.): [[πῶς]] [[οὖν]] τις αὐτὰ διαλαβὼν [[ὀρθῶς]] κρινεῖ; Eur. как же, заметив это, можно правильно судить?;<br /><b class="num">13)</b> обдумывать, решать, определять (τι, περί и [[ὑπέρ]] τινος, ποιεῖν τι и τί [[δεῖ]] ποιεῖν Polyb.).
}}
}}