Anonymous

ἐμπορία: Difference between revisions

From LSJ
2
(4)
(2)
Line 33: Line 33:
{{lsm
{{lsm
|lsmtext='''ἐμπορία:''' Ιων. -ίη, ἡ ([[ἔμπορος]]),·<br /><b class="num">I. 1.</b> [[εμπόριο]], [[συναλλαγή]], [[δοσοληψία]], [[αγοραπωλησία]] με [[κέρδος]], σε Ησίοδ. κ.λπ.<br /><b class="num">2.</b> [[επάγγελμα]] ή [[εργασία]], σε Καινή Διαθήκη, Ανθ.<br /><b class="num">II.</b> [[εμπόρευμα]], σε Ξεν., Δημ.
|lsmtext='''ἐμπορία:''' Ιων. -ίη, ἡ ([[ἔμπορος]]),·<br /><b class="num">I. 1.</b> [[εμπόριο]], [[συναλλαγή]], [[δοσοληψία]], [[αγοραπωλησία]] με [[κέρδος]], σε Ησίοδ. κ.λπ.<br /><b class="num">2.</b> [[επάγγελμα]] ή [[εργασία]], σε Καινή Διαθήκη, Ανθ.<br /><b class="num">II.</b> [[εμπόρευμα]], σε Ξεν., Δημ.
}}
{{elru
|elrutext='''ἐμπορία:''' ион. ἐμπορίη ἡ<br /><b class="num">1)</b> поездка по торговым делам, торговая операция, торговля (преимущ. внешняя) (ἐπ᾽ ἐμπορίην τρέψαι θυμόν Her.; ἐς Αἴγυπτον ἀπικνέεσθαι κατ᾽ ἐμπορίην Her.; ἡ κατὰ θάλατταν ἐ. Plat.; ἐμπορίαν ποιεῖσθαι Isocr.; πρόσοδοι ἀπὸ τῶν ἐμποριῶν Arst.);<br /><b class="num">2)</b> товар (καλὴν ἐμπορίαν ἐξάγειν Xen.): δανεῖσαί τινι [[ἕνδεκα]] μνᾶς ἐπὶ τῇ ἐμπορίᾳ Dem. дать кому-л. ссуду в одиннадцать мин под залог товара.
}}
}}