Anonymous

κεάζω: Difference between revisions

From LSJ
442 bytes added ,  31 December 2018
2b
(5)
(2b)
Line 27: Line 27:
{{lsm
{{lsm
|lsmtext='''κεάζω:''' Επικ. αορ. αʹ <i>κεᾶσα</i>, <i>κέασσα</i>, [[ἐκέασσα]] — Παθ., Επικ. αορ. αʹ <i>κεάσθην</i>· μτχ. παρακ. <i>κεκεασμένος</i>· [[σχίζω]], [[χωρίζω]] [[ξύλο]], σε Ομήρ. Οδ.· λέγεται για κεραυνό, [[τσακίζω]], [[κομματιάζω]], [[θρυμματίζω]], στο ίδ.· λέγεται για [[δόρυ]], κέασσε δὲ ὀστέα [[λευκά]], σε Ομήρ. Ιλ.· (<i>κεφαλὴ</i>) [[ἄνδιχα]] κεάσθη, σχίσθηκε στα [[δύο]], στο ίδ.
|lsmtext='''κεάζω:''' Επικ. αορ. αʹ <i>κεᾶσα</i>, <i>κέασσα</i>, [[ἐκέασσα]] — Παθ., Επικ. αορ. αʹ <i>κεάσθην</i>· μτχ. παρακ. <i>κεκεασμένος</i>· [[σχίζω]], [[χωρίζω]] [[ξύλο]], σε Ομήρ. Οδ.· λέγεται για κεραυνό, [[τσακίζω]], [[κομματιάζω]], [[θρυμματίζω]], στο ίδ.· λέγεται για [[δόρυ]], κέασσε δὲ ὀστέα [[λευκά]], σε Ομήρ. Ιλ.· (<i>κεφαλὴ</i>) [[ἄνδιχα]] κεάσθη, σχίσθηκε στα [[δύο]], στο ίδ.
}}
{{elru
|elrutext='''κεάζω:''' [[κείω]] II] (aor. κέᾰσα и (ἐ)κέασσα; pass.: aor. κεάσθην, part. pf. κεκεασμένος)<br /><b class="num">1)</b> колоть, раскалывать (ξύλα χαλκῷ Hom.);<br /><b class="num">2)</b> разрубать, пробивать (ὀστέα Hom.);<br /><b class="num">3)</b> разбивать, разламывать ([[νῆα]] κεραυνῷ Hom.).
}}
}}