Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κεάζω

Σκιᾶς ὄναρ ἄνθρωπος -> Man is a dream of a shadow
Pindar, Pythian 8.95f.
Full diacritics: κεάζω Medium diacritics: κεάζω Low diacritics: κεάζω Capitals: ΚΕΑΖΩ
Transliteration A: keázō Transliteration B: keazō Transliteration C: keazo Beta Code: kea/zw

English (LSJ)

Ep. fut.

   A κεάσσω Orph.A.849: aor. κέᾰσα, κέασσα, ἐκέασσα Hom. (v. infr.):—Pass., aor. κεάσθην Il.16.412, but part. κεᾰθείσης App.Anth.3.167: pf. part. κεκεασμένος (v. infr.):—split, cleave wood, κέασε ξύλα νηλέϊ χαλκῷ Od.14.418; κέασαν ξύλα 20.161; ξύλα… νέον κεκεασμένα χαλκῷ 18.309, cf. Hp.Mul.2.153, Call.Fr.289, etc.; of lightning, shiver, νῆα… κεραυνῷ Ζεὺς ἔλσας ἐκέασσε Od.5.132; of a spear, κέασσε δ' ἄρ' ὀστέα λευκά Il.16.347; [κεφαλὴ] ἄνδιχα πᾶσα κεάσθη was cloven in twain, ib.412; κεκεασμένον εὐρέϊ κύκλῳ οὐρανόν Arat.474.    2 pound, rub to pieces, ἢ σφέλᾳ ἢ ὅλμῳ κεάσας Nic.Th. 644. (κεᾰ-ζω fr. κεᾰ- in κεᾰ-θείσης (v. supr.), εὐ-κέα-τος, κέαρνον, and perh. κείων, v. κείω (B); perh. cf. Skt. śásati 'cut', Lat. castrare.)

German (Pape)

[Seite 1410] spalten, zerspalten; eigtl. vom Spalten u. Behauen des Holzes, κέασε ξύλα νηλέϊ χαλκῷ Od. 14, 418; 20, 161; von der Lanze, κέασσε δ' ὀστέα λευκά Il. 16, 347; ἡ (κεφαλὴ) δ' ἄνδιχα πᾶσα κεάσθη 20, 388, der Kopf wurde gespalten; vom Blitze, νῆα θοὴν ἀργῆτι κεραυνῷ Ζεὺς ἔλσας ἐκέασσε Od. 5, 132. 7, 250; sp. D., Orph. Arg. 847; οὐρανὸν κεκεασμένον εὐρέϊ κύκλῳ Arat. 475; – klein reiben, Nic. Th. 644. – Vgl. noch κεδάζω, σκεδάζω, u. Buttmann Lexil. I p. 12 II p. 96.

Greek (Liddell-Scott)

κεάζω: Ἐπικ. μέλλ. κεάσσω, Ὀρφ. Ἀργ. 852: ἀόρ. κέᾰσα, κέασσα, ἐκέασσα, Ὁμ.- Παθ., ἀόρ. κεάσθην Ἰλ.: παθ. πρκμ. κεκεασμένος, ἴδε κατωτ. (Πρβλ. κείω, καιάδας, κέαρνον, Σανσκρ. khâ, khy-âmi (abscindo)· ἀλλὰ τὸ Λατ. sci-o, de-scisco, scindo, δεικνύει ὅτι ἡ πρώτη ῥίζα ἦτο SKE ἢ SKA, πιθαν. συγγενὲς τῷ σχίζω, ὃ ἴδε). Σχίζω (ὁ Ἡσύχ. διασχίζω, κτλ.), κόπτω, κέασε ξύλα νηλέϊ χαλκῷ Ὀδ. Ξ. 418· κέασαν ξύλα Υ. 161· πρβλ. Ἱππ. 658. 14, κτλ.· ἐπὶ κεραυνοῦ, συντρίβω, κατασυντρίβω, νῆα... κεραυνῷ Ζεὺς ἔλσας ἐκέασε Ὀδ. Ε. 132, Η. 250· ἐπὶ δόρατος, κέασσε δὲ ὀστέα λευκὰ Ἰλ. ΙΙ. 347, ὅπερ ἐν Υ. 398, εἶπεν, αἰχμὴ ἱεμένη ῥῆξ’ ὀστέον·- κεφαλὴ ἄνδιχα πᾶσα κεάσθη, εἰς δύο ἐκόπη, ΙΙ. 412, Υ. 387· οὐρανὸς... κεκεασμένος εὐρέϊ κύκλῳ Ἄρατ. 475. 2) κοπανίζω, κατατρίβω, Νικ. Θηρ. 644.

French (Bailly abrégé)

fendre en éclats.
Étymologie: κείω².

English (Autenrieth)

aor. (ἐ)κέασσε, κέασε, opt. κεάσαιμι, inf. κεάσσαι, pass. perf. part. κεκεασμένα, aor. κεάσθη: split, cleave; of lightning, shiver, Od. 5.132, Od. 7.250.

Greek Monolingual

κεάζω (Α)
1. σπάζω, σχίζω
2. (για κεραυνό) συντρίβω
3. χτυπώ.
[ΕΤΥΜΟΛ. πιθ. < θ. κεα- (πρβλ. αόρ. κεά-σσαι, ευ-κέα-στος, αλλά και κείω) < κεσα- < ΙΕ ρίζα kes- «κόβω» (πρβλ. αρχ. ινδ. śas-ati, śasisyati «κόβω», λατ. castrare «κλαδεύω»). Κατ' άλλη άποψη, συνδέεται με μυκηναϊκή μτχ. παρακμ. kekemeno «μοιρασμένος», οπότε και ανάγεται σε θέμα kei- «μοιράζει», όπως και τα κείων, κοινός, κώμη.

Greek Monotonic

κεάζω: Επικ. αορ. αʹ κεᾶσα, κέασσα, ἐκέασσα — Παθ., Επικ. αορ. αʹ κεάσθην· μτχ. παρακ. κεκεασμένος· σχίζω, χωρίζω ξύλο, σε Ομήρ. Οδ.· λέγεται για κεραυνό, τσακίζω, κομματιάζω, θρυμματίζω, στο ίδ.· λέγεται για δόρυ, κέασσε δὲ ὀστέα λευκά, σε Ομήρ. Ιλ.· (κεφαλὴ) ἄνδιχα κεάσθη, σχίσθηκε στα δύο, στο ίδ.

Russian (Dvoretsky)

κεάζω: κείω II] (aor. κέᾰσα и (ἐ)κέασσα; pass.: aor. κεάσθην, part. pf. κεκεασμένος)
1) колоть, раскалывать (ξύλα χαλκῷ Hom.);
2) разрубать, пробивать (ὀστέα Hom.);
3) разбивать, разламывать (νῆα κεραυνῷ Hom.).

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

κεάζω ep. aor. ἐκέασσα, κέασσα en κέασα; aor. pass. (ἐ)κεάσθην; ptc. perf. med. κεκεασμένος, splijten, verbrijzelen.

Etymological

Grammatical information: v.
Meaning: split, pound, rub to pieces (Il.).
Other forms: Aor. κεάσ(σ)αι, pass. κεασθῆναι, perf. ptc. pass. κεκεασμένος
Compounds: also with ἀμφι-, δια-,
Derivatives: εὑκέα-τος easy to split (ε 60, Theoc. 25, 248), κέαρνα σίδηρα τεκτονικά [carpenters axe'] (after σκέπαρνον); uncertain Κεάδαο gen. (Β 847).
Origin: IE [Indo-European]X [probably] [586] *kes(h₂?)- cut
Etymology: The disyll. aorist κεά-σ(σ)αι (with facultative analogical -σσ-) as in ἐλά-σ(σ)αι, πετά-σ(σ)αι etc.; the other forms are new, κεάζω. Another presentformation perhaps in κείων (ξ 425, verse end), if with Schulze Q. 434 for κεῶν from *κεάων (after Persson Studien 134 a. o. however from *κεϜι̯ω to NHG hauen etc.; not preferable). After Palmer Interpretation 186-8 also Myc. ke-ke-me-na (ko-to-na) here as divided (?; cf. also on κεῖμαι); but see Ruijgh Études $ 327f. - With κεα-, if < *κεσα-, agrees Skt. fut. śasi-ṣyati he will cut; this form however is doubtful, as Skt. śas-(a)ti cut has normally monosyll. śas-. From Gr. κεσ- with certain and Skt. śas- with possible IE. e (*ḱes-) differs Lat. castrō, -āre cut through the unexplained a (reduced vowel?). On other, quite hypothetical nominal formations (best Russ. etc. kosá f. sickle; with k- for s- through dissimilation?) s. Pok. 586, W.-Hofmann s. castrō, Vasmer Russ. et. Wb. s. kosá.

Middle Liddell


to split, cleave wood, Od.; of lightning, to shiver, shatter, Od.; of a spear, κέασσε δὲ ὀστέα λευκά Il.; [κεφαλὴ] ἄνδιχα κεάσθη was cloven in twain, Il.