3,274,201
edits
m (Text replacement - "μετὰ" to "μετὰ") Tags: Mobile edit Mobile web edit |
|||
(20 intermediate revisions by the same user not shown) | |||
Line 1: | Line 1: | ||
{{LSJ1 | {{LSJ1 | ||
|Full diacritics= | |Full diacritics=εὐμᾰ́ρεια | ||
|Medium diacritics=εὐμάρεια | |Medium diacritics=εὐμάρεια | ||
|Low diacritics=ευμάρεια | |Low diacritics=ευμάρεια | ||
Line 8: | Line 8: | ||
|Transliteration C=evmareia | |Transliteration C=evmareia | ||
|Beta Code=eu)ma/reia | |Beta Code=eu)ma/reia | ||
|Definition=[ᾰ], ἡ, (Ion. dat. εὐμαρέη is found in | |Definition=[ᾰ], ἡ, (Ion. dat. εὐμαρέη is found in [[Herodotus|Hdt.]]2.35 codd., cited by Greg.Cor.p.521 S., Suid.), also [[εὐμαρία]] Pl.''Ly.''204d, but Ion. acc. εὐμαρίην only as [[varia lectio|v.l.]] for -είην in [[Herodotus|Hdt.]]4.113: -<br><span class="bld">A</span> [[easiness]], [[ease]], [[opportunity]], τινι [[for doing]] a thing, E.''Fr.''181; but more commonly τινος, S.''Ph.''284, 704 (lyr.); εὐμάρεια φυγῆς Anon. ap. Suid.; τῆς ζητήσεως [[Aristotle|Arist.]]''[[Politica|Pol.]]''1276a24.<br><span class="bld">2</span> [[ease of movement]], [[dexterity]], χεροῖν E.''Ba.''1128, cf. Arist. ''Mu.''398b35.<br><span class="bld">3</span> of internal condition, [[ease]], [[comfort]], εὐμαρείᾳ χρώμενος πολλῇ S.''Tr.''193; but also [[εὐμαρείῃ]] (εὐμαρέῃ codd.) [[χρᾶσθαι]] euphemism for [[alvum exonerare]], to [[ease oneself]], [[Herodotus|Hdt.]]2.35, cf. 4.113; [[εὐμάρειαν παρασκευάζειν]] to [[provide easy means]] or [[provide ready means]], [[Plato|Pl.]]''[[Leges|Lg.]]''738d; <b class="b3">πρὸς τὰς ἐκ Διὸς ὥρας εὐ. μηχανᾶσθαι</b> [[provision for]], [[protection against]], Id.''Prt.'' 321a; [[εὐμάρειά ἐστι]] c. inf., [[it is easy to]]... Id.''Ly.''l.c., X.''Oec.''5.9; [[δι' εὐμαρείας]] = [[easily]], Luc.''Am.''13; <b class="b3">κατὰ πολλὴν εὐμάρειαν, μετὰ πάσης εὐμαρείας</b>, Ph.2.428, 1.670; <b class="b3">πρὸς εὐμάρειάν τινος</b> for his [[convenience]], Luc.''Hipp.''5; ἐν πάσῃ εὐ. εὐθὺς γίνεται M.Ant.4.3. | ||
}} | }} | ||
{{pape | {{pape | ||
|ptext=[[https://www.translatum.gr/images/pape/pape-01-1079.png Seite 1079]] ἡ, ion. εὐμαρέη, Her. 2, 35, u. [[εὐμαρίη]], 4, 113, [[Leichtigkeit]]; – al [[Gewandtheit]], χ εροῖν Eur. Bacch. 1127; auch übertr., M. Ant. 4, 3. – b) womit sich Etwas thun läßt, [[Bequemlichkeit]], Mühelosigkeit, [[εὐμάρεια]] ἡμῖν ἐστιν ἀκούειν, leicht geschieht es, daß, Plat. Lys. 204, d; εὐμάρειαν εἰς τὰς χρείας ἑκάστας παρασκευάζειν Legg. V, 738 d; εὐμαρείᾳ χρῆσθαι, es leicht haben, Soph. Tr. 191; aber Phil. 284 = Fülle, Überfluß; Sp., πρὸς τὴν τῶν ἀνιόντων εὐμάρειαν, zur Bequemlichkeit, Luc. baln. 5; δι' εὐμαρείας, mit Leichtigkeit, Amor. 13; bequeme Gelegenheit, Xen. Oec. 5, 9; ζητήσεως Arist. pol. 3, 3. – Erleichterungsmittel, εὑρίσκειν εὐμάρειάν τινος Soph. Phil. 697; ἐζήτησε τόκοισιν εὐμάρειαν Eur. trg. bei E. M 411; πρὸς τὰς ἐκ Διὸς ὥρας εὐμάρειαν ἐμηχανᾶτο Plat. Prot. 321 a, d. i. Schutzmittel gegen die Jahreszeiten. – Bei Her. a. a. O. Ausleerung durch den Stuhlgang, u. Ort dazu, Bequemlichkeit. | |ptext=[[https://www.translatum.gr/images/pape/pape-01-1079.png Seite 1079]] ἡ, ion. εὐμαρέη, Her. 2, 35, u. [[εὐμαρίη]], 4, 113, [[Leichtigkeit]]; – al [[Gewandtheit]], χ εροῖν Eur. Bacch. 1127; auch übertr., M. Ant. 4, 3. – b) womit sich Etwas thun läßt, [[Bequemlichkeit]], Mühelosigkeit, [[εὐμάρεια]] ἡμῖν ἐστιν ἀκούειν, leicht geschieht es, daß, Plat. Lys. 204, d; εὐμάρειαν εἰς τὰς χρείας ἑκάστας παρασκευάζειν Legg. V, 738 d; εὐμαρείᾳ χρῆσθαι, es leicht haben, Soph. Tr. 191; aber Phil. 284 = Fülle, Überfluß; Sp., πρὸς τὴν τῶν ἀνιόντων εὐμάρειαν, zur Bequemlichkeit, Luc. baln. 5; δι' εὐμαρείας, mit Leichtigkeit, Amor. 13; bequeme Gelegenheit, Xen. Oec. 5, 9; ζητήσεως Arist. pol. 3, 3. – Erleichterungsmittel, εὑρίσκειν εὐμάρειάν τινος Soph. Phil. 697; ἐζήτησε τόκοισιν εὐμάρειαν Eur. trg. bei E. M 411; πρὸς τὰς ἐκ Διὸς ὥρας εὐμάρειαν ἐμηχανᾶτο Plat. Prot. 321 a, d. i. Schutzmittel gegen die Jahreszeiten. – Bei Her. a. a. O. Ausleerung durch den Stuhlgang, u. Ort dazu, Bequemlichkeit. | ||
}} | |||
{{bailly | |||
|btext=ας (ἡ) :<br /><b>1</b> [[facilité]], [[aisance]], [[commodité]] <i>en gén.</i> : εὐμαρείᾳ [[χρῆσθαι]] SOPH avoir toute facilité pour qch;<br /><b>2</b> [[aisance du bas ventre]] ; εὐμαρίῃ <i>(ion.)</i> [[χρῆσθαι]] HDT aller à la selle, se tenir le ventre libre.<br />'''Étymologie:''' [[εὐμαρής]]. | |||
}} | |||
{{elru | |||
|elrutext='''εὐμάρεια:''' и εὐμᾰρία, ион. [[εὐμαρείη]], [[εὐμαρέη]] и [[εὐμαρίη]] ἡ<br /><b class="num">1</b> [[легкость]], [[удобство]] (τινος Arst.; реже τινι Eur.): εὐ. πόρου Soph. легкость передвижения; εὐ. [[ἡμῖν]] ἐστιν οἴεσθαι Plat. немудрено, что нам кажется (будто …); δι᾽ εὐμαρείας Luc. с легкостью, легко; πρὸς εὐμάρειάν τινος Luc. для чьего-л. удобства;<br /><b class="num">2</b> [[возможность]], [[средство]] (удовлетворения или защиты) (εὐμάρειαν παρασκευάζειν εἴς τι или μηχανᾶσθαι πρός τι Plat.): εὐμαρείᾳ [[χρῆσθαι]] Soph. обладать возможностью, иметь возможность; εὐμαρίῃ [[χρᾶσθαι]] euphemism Her. облегчаться = alvum exonerare;<br /><b class="num">3</b> [[ловкость]], [[проворство]] ([[χεροῖν]] Eur.);<br /><b class="num">4</b> [[множество]], [[обилие]]: πολλὴ εὐ. τινος Soph. несметное множество чего-л. | |||
}} | }} | ||
{{ls | {{ls | ||
|lstext='''εὐμάρεια''': ἡ, Ἰων. -ίη (οὐχὶ -έη, ἴδε Koen. Γρηγόρ. Κορίνθου σ. 521)· [[εὐχέρεια]], [[εὐκολία]], [[εὐκαιρία]], τινι, [[ὅπως]] πράξη τίς τι, Εὐρ. Ἀποσπ. 181· ἀλλὰ συνηθέστερόν τινος Σοφ. Φιλ. 284, 704· εὐμ. φυγῆς Ἀνών. παρὰ Σουΐδ· τῆς ζητήσεως Ἀριστ. Πολιτικ. 3. 3, 4 2) [[εὐκινησία]], [[δεξιότης]], χεροῖν Εὐρ. Βάκχ. 1128· μεταφ., ἐπὶ τῆς διανοίας, Μ. Ἀντών. 1. 3. 3) ἐπὶ ἐσωτερικῆς καταστάσεως, καλὴ [[κατάστασις]], [[ἀνάπαυσις]], εὐμαρείᾳ χρῆσθαι, ἡσυχίαν ἄγειν, ἐν ἡσυχίᾳ διάγειν, Σοφ. Τρ. 193· ἀλλ’ [[ὡσαύτως]], εὐμαρίῃ χρᾶσθαι εὐφημιστικῶς = alvum exonerare, ἀφοδεύειν, ἀποπατεῖν, Ἡρόδ. 2. 85, πρβλ. 4.113· εὐμ. παρασκευάζειν, παρασκευάζειν εὔκολα ἢ πρόχειρα μέσα, Πλάτ. Νόμ. 738D· πρὸς τὰς Διὸς ὥρας εὐμ. μηχανᾶσθαι ὁ αὐτ. ἐν Πρωτ. 321Α· εὐμ. ἐστι, μετ’ ἀπαρ., [[εἶναι]] εὔκολον νά..., ὁ αὐτ. ἐν Λύσ. 204D, Ξεν. Οἰκ. 5. 9· δι’ εὐμαρείας, εὐμαρῶς, εὐκόλως, Λουκ. Ἔρωτες 13· πρὸς εὐμάρειάν τινος, πρὸς εὐκολίαν τινός, ὁ αὐτ. ἐν Ἱππίᾳ 5. | |lstext='''εὐμάρεια''': ἡ, Ἰων. -ίη (οὐχὶ -έη, ἴδε Koen. Γρηγόρ. Κορίνθου σ. 521)· [[εὐχέρεια]], [[εὐκολία]], [[εὐκαιρία]], τινι, [[ὅπως]] πράξη τίς τι, Εὐρ. Ἀποσπ. 181· ἀλλὰ συνηθέστερόν τινος Σοφ. Φιλ. 284, 704· εὐμ. φυγῆς Ἀνών. παρὰ Σουΐδ· τῆς ζητήσεως Ἀριστ. Πολιτικ. 3. 3, 4 2) [[εὐκινησία]], [[δεξιότης]], χεροῖν Εὐρ. Βάκχ. 1128· μεταφ., ἐπὶ τῆς διανοίας, Μ. Ἀντών. 1. 3. 3) ἐπὶ ἐσωτερικῆς καταστάσεως, καλὴ [[κατάστασις]], [[ἀνάπαυσις]], εὐμαρείᾳ χρῆσθαι, ἡσυχίαν ἄγειν, ἐν ἡσυχίᾳ διάγειν, Σοφ. Τρ. 193· ἀλλ’ [[ὡσαύτως]], εὐμαρίῃ χρᾶσθαι εὐφημιστικῶς = alvum exonerare, ἀφοδεύειν, ἀποπατεῖν, Ἡρόδ. 2. 85, πρβλ. 4.113· εὐμ. παρασκευάζειν, παρασκευάζειν εὔκολα ἢ πρόχειρα μέσα, Πλάτ. Νόμ. 738D· πρὸς τὰς Διὸς ὥρας εὐμ. μηχανᾶσθαι ὁ αὐτ. ἐν Πρωτ. 321Α· εὐμ. ἐστι, μετ’ ἀπαρ., [[εἶναι]] εὔκολον νά..., ὁ αὐτ. ἐν Λύσ. 204D, Ξεν. Οἰκ. 5. 9· δι’ εὐμαρείας, εὐμαρῶς, εὐκόλως, Λουκ. Ἔρωτες 13· πρὸς εὐμάρειάν τινος, πρὸς εὐκολίαν τινός, ὁ αὐτ. ἐν Ἱππίᾳ 5. | ||
}} | }} | ||
{{grml | {{grml | ||
|mltxt=η (Α [[εὐμάρεια]] και [[εὐμαρία]]) [[ευμαρής]]<br /><b>νεοελλ.</b><br />[[αφθονία]] υλικών μέσων, [[ευπορία]], άνετη ζωή, υλική [[ευημερία]]<br /><b>αρχ.</b><br /><b>1.</b> [[ευχέρεια]], [[ευκολία]] στο να κάνει [[κάποιος]] [[κάτι]] («ἐζήτησε... τόκοισιν εὐμάρειαν», <b>Ευρ.</b>)<br /><b>2.</b> [[ευκολία]] στην [[κίνηση]], [[ευκινησία]], [[δεξιότητα]], [[επιτηδειότητα]]<br /><b>3.</b> (για εσωτερική [[κατάσταση]]) καλή [[κατάσταση]], [[άνεση]], [[ανάπαυση]], [[ανακούφιση]] («εὐμαρείᾳ χρώμενος [[πολλῇ]]», <b>Σοφ.</b>)<br /><b>4.</b> <b>φρ.</b> α) «εὐμαρείῃ | |mltxt=η (Α [[εὐμάρεια]] και [[εὐμαρία]]) [[ευμαρής]]<br /><b>νεοελλ.</b><br />[[αφθονία]] υλικών μέσων, [[ευπορία]], άνετη ζωή, υλική [[ευημερία]]<br /><b>αρχ.</b><br /><b>1.</b> [[ευχέρεια]], [[ευκολία]] στο να κάνει [[κάποιος]] [[κάτι]] («ἐζήτησε... τόκοισιν εὐμάρειαν», <b>Ευρ.</b>)<br /><b>2.</b> [[ευκολία]] στην [[κίνηση]], [[ευκινησία]], [[δεξιότητα]], [[επιτηδειότητα]]<br /><b>3.</b> (για εσωτερική [[κατάσταση]]) καλή [[κατάσταση]], [[άνεση]], [[ανάπαυση]], [[ανακούφιση]] («εὐμαρείᾳ χρώμενος [[πολλῇ]]», <b>Σοφ.</b>)<br /><b>4.</b> <b>φρ.</b> α) «εὐμαρείῃ χρᾶσθαι»<br />(κατ' ευφ.) το να αφοδεύει, να αποπατεί [[κανείς]] (<b>Ηρόδ.</b>)<br />β) «εὐμάρειαν παρασκεύαζειν» — το να παρασκευάζει [[κανείς]] εύκολα ή με [[πρόχειρα]] [[μέσα]] (<b>Πλάτ.</b>)<br />γ) «εὐμάρειά ἐστι» — [[είναι]] εύκολο να...<br />δ) «δι' ευμαρείας» — εύκολα (<b>Λουκιαν.</b>)<br />ε) «μετὰ πάσης εὐμαρείας» — με [[κάθε]] [[ευκολία]]<br />στ) «κατὰ πολλὴν εὐμάρειαν» — με πολλή [[ευκολία]], με [[αφθονία]]<br /><b>5.</b> [[αφθονία]] («[[εὐμάρεια]] τούτου», <b>Σοφ.</b>). | ||
}} | }} | ||
{{lsm | {{lsm | ||
|lsmtext='''εὐμάρεια:''' ἡ, Ιων. —ίη,·<br /><b class="num">1.</b> [[ευκολία]], [[ευχέρεια]], [[ευκαιρία]], <i>τινος</i>, στην [[εκτέλεση]] ενός πράγματος, σε Σοφ.<br /><b class="num">2.</b> [[ευκινησία]], [[επιδεξιότητα]], [[σβελτάδα]], σε Ευρ.<br /><b class="num">3.</b> λέγεται για [[κατάσταση]], [[καλή]] [[κατάσταση]], [[άνεση]], [[καλοπέραση]], [[ανάπαυση]], εὐμαρείᾳ [[χρῆσθαι]], βρίσκομαι σε [[ησυχία]], είμαι σε [[άνεση]], σε Σοφ.· [[αλλά]] επίσης, εὐμαρίῃ [[χρᾶσθαι]], ευφημ. αντί alvum exonerare, ανακουφίζομαι, [[αφοδεύω]], [[αποπατώ]], σε Ηρόδ.· εὐμ.[[πρός]] τι, [[πρόβλεψη]] για, [[προστασία]] [[έναντι]], σε Πλάτ | |lsmtext='''εὐμάρεια:''' ἡ, Ιων. —ίη,·<br /><b class="num">1.</b> [[ευκολία]], [[ευχέρεια]], [[ευκαιρία]], <i>τινος</i>, στην [[εκτέλεση]] ενός πράγματος, σε Σοφ.<br /><b class="num">2.</b> [[ευκινησία]], [[επιδεξιότητα]], [[σβελτάδα]], σε Ευρ.<br /><b class="num">3.</b> λέγεται για [[κατάσταση]], [[καλή]] [[κατάσταση]], [[άνεση]], [[καλοπέραση]], [[ανάπαυση]], εὐμαρείᾳ [[χρῆσθαι]], βρίσκομαι σε [[ησυχία]], είμαι σε [[άνεση]], σε Σοφ.· [[αλλά]] επίσης, εὐμαρίῃ [[χρᾶσθαι]], ευφημ. αντί alvum exonerare, ανακουφίζομαι, [[αφοδεύω]], [[αποπατώ]], σε Ηρόδ.· εὐμ. [[πρός]] τι, [[πρόβλεψη]] για, [[προστασία]] [[έναντι]], σε Πλάτ. | ||
}} | }} | ||
{{mdlsj | {{mdlsj | ||
|mdlsjtxt=[[εὐμάρεια]], ἡ,<br /><b class="num">1.</b> [[easiness]], [[ease]], [[opportunity]], τινος for doing a [[thing]], Soph.<br /><b class="num">2.</b> [[ease]] of [[movement]], [[dexterity]], Eur.<br /><b class="num">3.</b> of [[condition]], [[ease]], [[comfort]], εὐμαρείᾳ [[χρῆσθαι]] to be at [[ease]], in [[comfort]], Soph.; but also, εὐμαρίῃ [[χρᾶσθαι]] | |mdlsjtxt=[[εὐμάρεια]], ἡ,<br /><b class="num">1.</b> [[easiness]], [[ease]], [[opportunity]], τινος for doing a [[thing]], Soph.<br /><b class="num">2.</b> [[ease]] of [[movement]], [[dexterity]], Eur.<br /><b class="num">3.</b> of [[condition]], [[ease]], [[comfort]], εὐμαρείᾳ [[χρῆσθαι]] to be at [[ease]], in [[comfort]], Soph.; but also, εὐμαρίῃ [[χρᾶσθαι]] euphemism for alvum exonerare, to [[ease]] [[oneself]], Hdt.; εὐμ. πρός τι [[provision]] for, [[protection]] [[against]], Plat. [from εὐμᾰρής] | ||
}} | }} | ||
{{WoodhouseReversedUncategorized | {{WoodhouseReversedUncategorized | ||
|woodrun=[[comfort]], [[ease]], [[comfortable circumstances]], [[easy circumstances]], [[opportunity for]] | |woodrun=[[comfort]], [[ease]], [[comfortable circumstances]], [[easy circumstances]], [[opportunity for]] | ||
}} | |||
{{mantoulidis | |||
|mantxt=(=[[εὐκολία]], [[ἄνεση]]). Ἀπό τό [[εὐμαρής]] (=[[εὔκολος]]), ([[εὖ]] + [[μάρη]] = χέρι). | |||
}} | |||
{{trml | |||
|trtx====[[dexterity]]=== | |||
Bulgarian: сръчност, ловкост; Catalan: destresa; Chinese Mandarin: 機巧, 机巧, 靈巧, 灵巧; Czech: zručnost, šikovnost; Danish: fingerfærdighed; Dutch: [[handigheid]]; Finnish: näppäryys, taitavuus; French: [[dextérité]]; Georgian: მოხერხებულობა, სიმარჯვე, ოსტატურობა, გაწაფულობა, სიმკვირცხლე, შნო; German: [[Fingerfertigkeit]], [[Geschicklichkeit]], [[Gewandtheit]]; Greek: [[επιδεξιότητα]], [[δεξιοσύνη]], [[επιτηδειότητα]], [[μαστοριά]]; Ancient Greek: [[ἀμφιδεξιότης]], [[δεινότης]], [[δεξιότης]], [[ἐπιδεξιότης]], [[εὐθιξία]], [[εὐμάρεια]], [[εὐχειρία]], [[εὐχειρίη]], [[εὐχέρεια]], [[πρᾶξις]], [[ταχυχειρία]]; Hebrew: זריזות, גמישות, מיומנות, קלות תנועה; Hungarian: kézügyesség, ügyesség, fürgeség; Indonesian: ketangkasan; Italian: [[destrezza]]; Japanese: 器用さ, 素早さ; Latin: [[agilitas]], [[pernicitas]]; Lithuanian: miklumas; Macedonian: спретност, умешност; Old English: handcræft; Persian: چیرهدستی, زبردستی, تردستی; Polish: zręczność, zwinność; Portuguese: [[destreza]]; Romanian: dexteritate, îndemânare, iscusință, dibăcie, abilitate; Russian: [[ловкость]], [[сноровка]], [[проворность]], [[проворство]], [[подвижность]]; Slovak: zručnosť, obratnosť; Spanish: [[destreza]]; Swedish: skicklighet, fingerfärdighet, händighet; Telugu: నైపుణ్యము | |||
}} | }} |