Anonymous

Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

μήκων: Difference between revisions

From LSJ
No change in size ,  1 October 2022
m
Text replacement - "(?s)({{ls\n\|lstext.*}}\n)({{bailly.*}}\n)" to "$2$1"
m (Text replacement - " :" to ":")
m (Text replacement - "(?s)({{ls\n\|lstext.*}}\n)({{bailly.*}}\n)" to "$2$1")
Line 12: Line 12:
{{pape
{{pape
|ptext=[[https://www.translatum.gr/images/pape/pape-02-0172.png Seite 172]] ωνος, ἡ, 1) der [[Mohn]]; Il. 8, 306. 14, 499; μήκωνα, Ar. Av. 160; Her. 2, 92; μήκωνα μεμελιτωμένην, Thuc. 4, 26; Theophr. u. Sp. Auch der [[Mohnkopf]], sonst [[κώδεια]], und der betäubende [[Mohnsaft]], Opium, sonst [[μηκώνιον]], werden zuweilen so genannt; μήκωνες λευκοί (also masc.), Polem. bei Ath. XI, 478 d; [[μέλαινα]], Euphron. Ath. I, 7 e (v. 11.). – 2) bei Arist. H. A. 4, 4. 5, 15 u. öfter die [[Blase]] der Black- oder Dintenfische u. ähnlicher Schalthiere, in welcher sie der Dinte ähnlichen Saft haben; vgl. Ath. VII, 316 d, wo ὁ [[μήκων]] steht, u. Opp. Hal. 3, 157; αἱ τῆς πορφύρας μήκωνες, Ath. III, 87 d. – 3) ein [[Metallfand]], Poll. 7, 27. – 4) bei Paus. 5, 20, 9 eine architektonische Verzierung, von der Aehnlichkeit mit einem Mohnkopfe.
|ptext=[[https://www.translatum.gr/images/pape/pape-02-0172.png Seite 172]] ωνος, ἡ, 1) der [[Mohn]]; Il. 8, 306. 14, 499; μήκωνα, Ar. Av. 160; Her. 2, 92; μήκωνα μεμελιτωμένην, Thuc. 4, 26; Theophr. u. Sp. Auch der [[Mohnkopf]], sonst [[κώδεια]], und der betäubende [[Mohnsaft]], Opium, sonst [[μηκώνιον]], werden zuweilen so genannt; μήκωνες λευκοί (also masc.), Polem. bei Ath. XI, 478 d; [[μέλαινα]], Euphron. Ath. I, 7 e (v. 11.). – 2) bei Arist. H. A. 4, 4. 5, 15 u. öfter die [[Blase]] der Black- oder Dintenfische u. ähnlicher Schalthiere, in welcher sie der Dinte ähnlichen Saft haben; vgl. Ath. VII, 316 d, wo ὁ [[μήκων]] steht, u. Opp. Hal. 3, 157; αἱ τῆς πορφύρας μήκωνες, Ath. III, 87 d. – 3) ein [[Metallfand]], Poll. 7, 27. – 4) bei Paus. 5, 20, 9 eine architektonische Verzierung, von der Aehnlichkeit mit einem Mohnkopfe.
}}
{{bailly
|btext=ωνος (ἡ, <i>qqf</i> ὁ)<br />pavot, <i>plante</i>.<br />'''Étymologie:''' [[μῆκος]].
}}
}}
{{ls
{{ls
|lstext='''μήκων''': Δωρ. [[μάκων]], ωνος, ἡ, ὁ «[[μᾶκος]]», ἡ «παπαροῦνα», [[μήκων]] δ’ ὡς [[ἑτέρωσε]] κάρη βάλεν, ὡς [[μήκων]] ἀπέκλινε πρὸς τὸ ἕτερον τὴν κεφαλήν, Ἰλ. Θ. 306, ([[ἔνθα]] λέγεται ὅτι ἦτο φυτὸν κηπαῖον), πρβλ. Ἡρόδ. 2, 92, Ἀριστοφ. Ὄρν. 160, Θεόκρ. 7. 157. 2) ἡ κεφαλὴ τοῦ φυτοῦ τούτου, ὡς τὸ [[κώδεια]], Ἱππ. 645, 13, Θεόφρ. π. Φυτ. Ἱστ. 4. 8, 10· - ἐν χρήσει ὡς ἀρχιτεκτονικὸν [[κόσμημα]], Παυσ. 5. 20, 5· - ἡ κεφαλὴ ἐχρησίμευεν ὡς [[τροφή]], μ. μεμελιτωμένη Θουκ. 4. 26· - μήκωνος [[ὀπός]], τὸ [[ὄπιον]], Ἱππ. 670. 24, κτλ.· πρβλ. [[μηκώνιον]]. ΙΙ. τὸ περίττωμα τῶν ὀστρακηρῶν, δηλ. τῶν ὀστρακοδέρμων, Ἀριστ. π. τὰ Ζ. Ἱστ. 4. 4, 22 κἑξ., 5. 15, 10· ἡ μελανοφόρος [[κύστις]] τῆς σηπίας, ὁ αὐτ. ἐν Ἀποσπ. 315 ([[ἔνθα]] [[εἶναι]] ἀρσεν.), Αἰλ. παρὰ Σουΐδ. ΙΙΙ. μεταλλικὴ [[ἄμμος]], Πολυδ. Ζ΄, 100. IV. τὸ ἐσωτερικὸν [[μέρος]] τοῦ [[ὠτός]], [[αὐτόθι]] 2, 86 Bekk., [[ἔνθα]] κοινῶς [[μύκων]]. V. = [[πεπλίς]], Διοσκ. 4. 168. (Πρβλ. Ἀρχ. Γερμ. mâg-o, κοινὰ Γερμ. mân (mohn)· Βοημ. màk.)
|lstext='''μήκων''': Δωρ. [[μάκων]], ωνος, ἡ, ὁ «[[μᾶκος]]», ἡ «παπαροῦνα», [[μήκων]] δ’ ὡς [[ἑτέρωσε]] κάρη βάλεν, ὡς [[μήκων]] ἀπέκλινε πρὸς τὸ ἕτερον τὴν κεφαλήν, Ἰλ. Θ. 306, ([[ἔνθα]] λέγεται ὅτι ἦτο φυτὸν κηπαῖον), πρβλ. Ἡρόδ. 2, 92, Ἀριστοφ. Ὄρν. 160, Θεόκρ. 7. 157. 2) ἡ κεφαλὴ τοῦ φυτοῦ τούτου, ὡς τὸ [[κώδεια]], Ἱππ. 645, 13, Θεόφρ. π. Φυτ. Ἱστ. 4. 8, 10· - ἐν χρήσει ὡς ἀρχιτεκτονικὸν [[κόσμημα]], Παυσ. 5. 20, 5· - ἡ κεφαλὴ ἐχρησίμευεν ὡς [[τροφή]], μ. μεμελιτωμένη Θουκ. 4. 26· - μήκωνος [[ὀπός]], τὸ [[ὄπιον]], Ἱππ. 670. 24, κτλ.· πρβλ. [[μηκώνιον]]. ΙΙ. τὸ περίττωμα τῶν ὀστρακηρῶν, δηλ. τῶν ὀστρακοδέρμων, Ἀριστ. π. τὰ Ζ. Ἱστ. 4. 4, 22 κἑξ., 5. 15, 10· ἡ μελανοφόρος [[κύστις]] τῆς σηπίας, ὁ αὐτ. ἐν Ἀποσπ. 315 ([[ἔνθα]] [[εἶναι]] ἀρσεν.), Αἰλ. παρὰ Σουΐδ. ΙΙΙ. μεταλλικὴ [[ἄμμος]], Πολυδ. Ζ΄, 100. IV. τὸ ἐσωτερικὸν [[μέρος]] τοῦ [[ὠτός]], [[αὐτόθι]] 2, 86 Bekk., [[ἔνθα]] κοινῶς [[μύκων]]. V. = [[πεπλίς]], Διοσκ. 4. 168. (Πρβλ. Ἀρχ. Γερμ. mâg-o, κοινὰ Γερμ. mân (mohn)· Βοημ. màk.)
}}
{{bailly
|btext=ωνος (ἡ, <i>qqf</i> ὁ)<br />pavot, <i>plante</i>.<br />'''Étymologie:''' [[μῆκος]].
}}
}}
{{Autenrieth
{{Autenrieth