3,252,052
edits
m (Text replacement - "<span class="sense"><span class="bld">A<\/span> (?s)(?!.*<span class="bld">)(.*)(<\/span>)(\n}})" to "$1$3") |
m (Text replacement - "(?s)({{ls\n\|lstext.*}}\n)({{bailly.*}}\n)" to "$2$1") |
||
Line 12: | Line 12: | ||
{{pape | {{pape | ||
|ptext=[[https://www.translatum.gr/images/pape/pape-01-1275.png Seite 1275]] (ἶφι – [[τιμάω]]? schlecht von [[θυμός]] abgeleitet), 3, auch 2 Endgn, durch seine Kraft in Ansehen stehend, [[gewaltig]]; ehrendes Beiwort der homerischen Helden, Il. 23, 511 Od. 4, 365 u. öfter; Hades, Od. 10, 534. 11, 47; neben [[μέγας]] u. [[ἀγαυός]], Il. 4, 534; Λύκιοι, 12, 417; ἐν πολλοῖσι καὶ ἰφθίμοισιν ἀνάσσων Od. 19, 110; μάχεσθαι 16, 244; von einzelnen Theilen des Körpers, κρατὶ ἐπ' ἰφθίμῳ Il. 3, 336, ὦμοι 18, 204, ἰφθίμους κεφαλάς, 11, 55, wie ἴφθιμοι ψυχαί 1, 3, tapfere Seelen, d. i. Seelen der Tapferen; das fem. ἰφθίμη hat Hom. nur bei Frauen, [[ἄλοχος]] Il. 5, 415. 19, 116, vgl. Od. 10, 106. 11, 287. 16, 332, in allgemeiner ehrender Bdtg, [[wacker]], tüchtig; βοῶν ἴφθιμα κάρηνα Il. 23, 260; von einem gewaltigen Strome 17, 749. – Sp. D., D. Per. 655 Qu. Sm. 13, 334. – Den superl. ἰφθιμότατος erwähnt Suid. | |ptext=[[https://www.translatum.gr/images/pape/pape-01-1275.png Seite 1275]] (ἶφι – [[τιμάω]]? schlecht von [[θυμός]] abgeleitet), 3, auch 2 Endgn, durch seine Kraft in Ansehen stehend, [[gewaltig]]; ehrendes Beiwort der homerischen Helden, Il. 23, 511 Od. 4, 365 u. öfter; Hades, Od. 10, 534. 11, 47; neben [[μέγας]] u. [[ἀγαυός]], Il. 4, 534; Λύκιοι, 12, 417; ἐν πολλοῖσι καὶ ἰφθίμοισιν ἀνάσσων Od. 19, 110; μάχεσθαι 16, 244; von einzelnen Theilen des Körpers, κρατὶ ἐπ' ἰφθίμῳ Il. 3, 336, ὦμοι 18, 204, ἰφθίμους κεφαλάς, 11, 55, wie ἴφθιμοι ψυχαί 1, 3, tapfere Seelen, d. i. Seelen der Tapferen; das fem. ἰφθίμη hat Hom. nur bei Frauen, [[ἄλοχος]] Il. 5, 415. 19, 116, vgl. Od. 10, 106. 11, 287. 16, 332, in allgemeiner ehrender Bdtg, [[wacker]], tüchtig; βοῶν ἴφθιμα κάρηνα Il. 23, 260; von einem gewaltigen Strome 17, 749. – Sp. D., D. Per. 655 Qu. Sm. 13, 334. – Den superl. ἰφθιμότατος erwähnt Suid. | ||
}} | |||
{{bailly | |||
|btext=η <i>ou</i> ος, ον :<br /><b>1</b> fort, robuste;<br /><b>2</b> <i>p. ext.</i> généreux, courageux, vaillant.<br />'''Étymologie:''' [[ἶφι]]. | |||
}} | }} | ||
{{ls | {{ls | ||
|lstext='''ἴφθῑμος''': -η, -ον, [[ὡσαύτως]], ος, ον· (ἶφι, [[ἴφιος]])· [[ἰσχυρός]], [[δυνατός]], [[ῥωμαλέος]], ἐπὶ σωματικῆς ῥώμης· [[ἑπομένως]]: ὤμοις ἴφθ. Ἰλ. Σ. 204· κρατὶ δ᾿ ἐπ᾿ ἰφθίμῳ κυνέην… ἔθηκεν Γ. 336· ἰφθίμων ποταμῶν... ῥέεθρα Ρ. 749· βοῶν ἰφθ. κάρηνα Σ. 23· ἀλλὰ κατὰ τὸ πλεῖστον ὡς ἐπίθετον ἡρώων, Γ. 336, Σ. 204, κτλ.· καὶ [[οὕτως]], ἴφθ. ψυχαί, κεφαλαὶ Α. 3, Λ. 55· ἐπὶ τοῦ Ἅδου, Ὀδ. Κ. 534, Λ. 47: ― οὕτω καὶ ἐπὶ γυναικῶν, [[εὔρωστος]], [[εὐπρεπής]], οἵα πρέπει νὰ [[εἶναι]] ἡ γυνὴ ἥρωος (ὅρα Ὀδ. Κ. 105, 106)· ἰφθ. [[βασίλεια]] Π. 332· [[ἄλοχος]], [[παράκοιτις]] Ἰλ. Ε. 415, Ὀδ. Ψ. 92, κτλ.· [[θυγάτηρ]] Ο. 364· ἰφθίμην Πηρὼ Λ. 287. ― Ὁσάκις ὁ Ὅμ. μεταχειρίζεται τὴν λέξιν ἐπὶ γυναικῶν, μεταχειρίζεται τὴν κατάληξιν τοῦ θηλ. ἰφθίμη· ἀλλὰ λέγει ἴφθιμοι ψυχαί, κεφαλαί, προκειμένου περὶ ἀνδρῶν. | |lstext='''ἴφθῑμος''': -η, -ον, [[ὡσαύτως]], ος, ον· (ἶφι, [[ἴφιος]])· [[ἰσχυρός]], [[δυνατός]], [[ῥωμαλέος]], ἐπὶ σωματικῆς ῥώμης· [[ἑπομένως]]: ὤμοις ἴφθ. Ἰλ. Σ. 204· κρατὶ δ᾿ ἐπ᾿ ἰφθίμῳ κυνέην… ἔθηκεν Γ. 336· ἰφθίμων ποταμῶν... ῥέεθρα Ρ. 749· βοῶν ἰφθ. κάρηνα Σ. 23· ἀλλὰ κατὰ τὸ πλεῖστον ὡς ἐπίθετον ἡρώων, Γ. 336, Σ. 204, κτλ.· καὶ [[οὕτως]], ἴφθ. ψυχαί, κεφαλαὶ Α. 3, Λ. 55· ἐπὶ τοῦ Ἅδου, Ὀδ. Κ. 534, Λ. 47: ― οὕτω καὶ ἐπὶ γυναικῶν, [[εὔρωστος]], [[εὐπρεπής]], οἵα πρέπει νὰ [[εἶναι]] ἡ γυνὴ ἥρωος (ὅρα Ὀδ. Κ. 105, 106)· ἰφθ. [[βασίλεια]] Π. 332· [[ἄλοχος]], [[παράκοιτις]] Ἰλ. Ε. 415, Ὀδ. Ψ. 92, κτλ.· [[θυγάτηρ]] Ο. 364· ἰφθίμην Πηρὼ Λ. 287. ― Ὁσάκις ὁ Ὅμ. μεταχειρίζεται τὴν λέξιν ἐπὶ γυναικῶν, μεταχειρίζεται τὴν κατάληξιν τοῦ θηλ. ἰφθίμη· ἀλλὰ λέγει ἴφθιμοι ψυχαί, κεφαλαί, προκειμένου περὶ ἀνδρῶν. | ||
}} | }} | ||
{{grml | {{grml |